Πεκλάρι: Ο πολιτισμός της συνύπαρξης

[ Γιώργος Σταματόπουλος / Ελλάδα / 12.12.15 ]

Πριν από περίπου δύο εβδομάδες εγκαινίασα μια νέα στήλη στην Εφημερίδα των Συντακτών με τίτλο Ριζοσπαστικές Αναγνώσεις. Επέλεξα ως πρώτη παρουσίαση το βιβλίο του Βασίλη Νιτσιάκου «Πεκλάρι», με υπότιτλο «Κοινωνική οικονομία μικρής κλίμακας», μ’ ένα θαυμάσιο κείμενο του νεαρού επιστήμονα Θοδωρή Ρακόπουλου. Είχε προηγηθεί μια συνοπτική αναφορά στην καθημερινή στήλη που έχω στην εφημερίδα. Επίσης: μια συνέντευξη του συγγραφέα στον συνάδελφο Φιλήμονα Καραμήτσο. Όλα αυτά δείχνουν ένα εξαιρετικό ενδιαφέρον, όχι μόνο δικό μου, αλλά και της εφημερίδας για το μικρό σε όγκο αλλά μεγάλο σε βάθος και ουσία βιβλίο του Βασίλη Νιτσιάκου. Βεβαίως, πρέπει να πω γιατί.

Τονίζω εξαρχής ότι -κατ’ εμέ- είναι ένα προοίμιο στη δημοκρατική αντίληψη αλλά και σ’ έναν επαναστοχασμό για το τι σημαίνει κοινωνία και ποια η σχέση της με το περιβάλλον· πώς μπορεί να επέλθει η αρμονία και η ισορροπία στις κοινωνικές σχέσεις μέσα από τον πολιτισμό της συνύπαρξης. Το βιβλίο φέρνει ξανά στο προσκήνιο τη ρήση, ήδη από τη δεκαετία του ’70, του Σουμάχερ ότι «το μικρό είναι όμορφο», την τοπική δηλαδή οικονομία, τις μικρές επιχειρήσεις, τη μικρή αγροτική εκμετάλλευση, την ήπια τεχνολογία, μέσα από έναν πολιτισμό αλληλεγγύης και συλλογικότητας. Στον νου έρχονται επίσης οι παλιοί γνήσιοι σοσιαλιστές, ο νεαρός Μαρξ, οι αναρχικοί στοχαστές, ιδωμένοι όμως υπό το πρίσμα του ρεαλισμού και των τεράστιων οικονομικών μεγεθών που έχουν επικρατήσει. Έχουν θέση σ’ αυτά τα μεγέθη, η αυτονομία, η αυτάρκεια, η αυτοδιαχείριση, αυτά δηλαδή που χαρακτήριζαν τη σκέψη αυτών των διανοητών; Όχι, απαντά με ειλικρίνεια ο ίδιος, μπορεί όμως αυτό το μοντέλο διαχείρισης, μαζί με το ήθος της συλλογικότητας και της κοινωνικής αλληλεγγύης να συγκροτήσουν έναν αιτιακό κώδικα μιας εναλλακτικής ηθικής οικονομίας.

Αυτό, νομίζω, είναι το τεράστιο ενδιαφέρον του βιβλίου καθώς και η σημαντική συμβολή του συγγραφέα στη συζήτηση για το πώς μπορεί να ξεπεραστεί το αδιέξοδο, οικονομικό και πολιτισμικό, στο οποίο μας έχει οδηγήσει η επικράτηση του φιλελευθερισμού. Είναι μια πολύ ωραία απάντηση στο ΤΙΝΑ, στο Δεν Υπάρχει Εναλλακτική Λύση (There Is No Alternative). Θέτει επίσης πολλά ξεχασμένα ζητήματα και διαλευκαίνει όρους που έχουν επισκιαστεί από την τυραννία ενός καταστροφικού εργαλειακού ορθολογισμού, όπως: φυσικοί πόροι, δάσος, δημόσια αγαθά, ανάγκη, και κυρίως, συλλογικότητα και αλληλεγγύη. Ένας συναρπαστικός και ευφυής, καθόλα εύστοχος, όρος είναι η ζώνη της δρυός, ο τόπος δηλαδή όπου δρουν οι κοινότητες, έως 1.000 υψόμετρο, μια εναλλαγή αγροτικής και κτηνοτροφικής οικονομίας, συνοδευόμενες από συναφείς δραστηριότητες όπως η υλοτομία, η μελισσοκομία, το πελέκημα της πέτρας για το χτίσιμο σπιτιών, η τροφοσυλλογή και άλλα.

Όλες οι δραστηριότητες που απλώνονται στη ζώνη της δρυός διακρίνονται από τη μέριμνα και την προστασία του περιβάλλοντος και αξίζει να σημειωθεί η διάκριση που κάνει ο συγγραφέας από τις τρέχουσες αντιλήψεις για προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, υποκριτικές οι περισσότερες και επιδερμικές. Το να μεγαλώνεις σε μια μειονότητα της ζώνης της δρυός είναι μια μοναδική εμπειρία, ένα καθαρό εμβάπτισμα σε δημοκρατικές αρχές και αξίες. Νιώθω τυχερός που είδα την αλληλεγγύη σε αυτές τις κοινότητες, ειδικα την εποχή του τρύγου, του θερισμού, τη βοήθεια κατά το χτίσιμο ενός σπιτιού, όταν ολόκληρες οικογένειες έτρεχαν σε μία, με κυκλική συμπαράσταση και συνεπικουρία. Η βοήθεια δεν προέρχεται από υποχρέωση· συνοδευόταν από χαρά και ανιδιοτέλεια. Αυτοί που βοηθούσαν ήσαν εμποτισμένοι ως το μεδούλι τους από τη διάθεση της προσφοράς, αυτή ήταν η κοσμοεικόνα τους, η οιονεί φιλοσοφία τους. Αυτή, νομίζω, είναι και η φιλοσοφία του συγγραφέα: η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας οφείλει να βασιστεί σε βιωμένα και δοκιμασμένα μοντέλα κοινωνικής –οικονομικής- πολιτισμικής οργάνωσης, σε μια μορφή κοινοτισμού η οποία βοήθησε τη χώρα στις πολύ δύσκολες εποχές.

Θα αντλήσω μια απάντησή του από τη συνέντευξή του στην Εφημερίδα των Συντακτών: «Νομίζω οι αρχές του κοινοτισμού μπορούν να λειτουργήσουν ακόμα και σε ένα τέτοιο σύστημα, στο μέτρο που θα υπάρξει η ανάλογη πολιτική βούληση, αρκεί να υπάρξει το περιθώριο για την αυτοδιαχείριση μικρών συνεταιριστικού τύπου μονάδων κοινωνικής και ηθικής οικονομίας. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι οι αυτόνομες κοινότητές μας ήκμασαν στο πλαίσιο ενός φεουδαλικού τρόπου παραγωγής… Το ζήτημα είναι εάν θέλουμε να φύγουμε από το δόγμα της ελεύθερης αγοράς και του άκρατου ανταγωνισμού και ατομικισμού που αυτή παράγει και να δούμε την οικονομία με όρους κοινωνικούς και πολιτισμικούς, δηλαδή να την επαναφέρουμε σε δρόμους ανθρώπινους».

Νομίζω, με τη σειρά μου, ότι η απάντησή του αυτή είναι μια πρόσκληση στους ειδήμονες της πρώτης φοράς Αριστεράς να στρέψουν το ενδιαφέρον τους σε αυτή την εναλλακτική πρόταση και να σκεφτούν σοβαρά τα νέα οικονομικά δεδομένα που έχουν επιφέρει την ασφυξία στην ελληνική κοινωνία. Την πρόταση του κοινοτισμού ως αντίστασης ενστερνίζονται πολλά αυτοδύναμα κινήματα που έχουν αναφανεί την τελευταία πενταετία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Θεωρώ ότι όταν ο συγγραφέας μιλάει για πολιτική βούληση εννοεί ότι μπορεί να υπάρξει κάποια σύζευξη της ανάπτυξης συνεργατικών, αυτόνομων κινημάτων που προωθούν την κοινωνική αυτοοργάνωση με τη μερική και υπό όρους συνεργασία με την προοδευτική, υποτίθεται, αριστερή κυβέρνηση. Εάν δεν υπάρχει εχθρικό κλίμα από την κυβέρνηση μπορεί να αναπτυχθεί μια ζείδωρη κοινωνική οικονομία ευνοϊκή στις αυτόβουλες δραστηριότητες των κινημάτων για τον κοινωνικό μετασχηματισμό.

Θεωρώ επίσης ότι ο συγγραφέας, εκτός από την επιστημονική του επάρκεια, διαθέτει κι ένα σοβαρό πολιτικό υπόστρωμα και διακατέχεται από την αγωνία να πάει καλά η χώρα οικονομικά και -κυρίως- πολιτισμικά. Ο πολιτισμός εμφανίζεται πολλές φορές στις σελίδες του και αυτό σκορπίζει αισιοδοξία και βαθύτητα στη ματιά του, διότι αποδεικνύει τον ολισμό της φιλοσοφίας του και την έγνοια του για τον άνθρωπο.

Το μικρό, λοιπόν, δεν είναι μόνο όμορφο, είναι και παγκόσμιο. Η μελέτη μιας μικρής ορεινής κοινότητας μπορεί να γίνει μπούσουλας για την είσοδο στον πολιτισμό, την ισότητα, την κοινωνική δικαιοσύνη και επίσης στη συμμετοχή, στα αισθήματα σεβασμού και αλληλεγγύης, στη χαρά· με λίγα λόγια στην ίδια την Δημοκρατία· στη Δημοκρατία των πολιτών και όχι στην κατ’ επίφασιν δημοκρατία των ελίτ και των πρόθυμων υπηκόων.

Η λαογραφία και η ανθρωπολογία μπορούν με τέτοια κείμενα να συνεισφέρουν στην πολιτική και στον πολιτισμό, στη διακίνηση των ιδεών και στη ζύμωσή τους ώστε να δοξαστεί ο άνθρωπος και η κοινωνία της αξιοπρέπειας του. Έχει σημασία ότι τα κείμενα αυτά διακρίνονται από σοβαρότητα, επιστημονική επάρκεια, αυτογνωσία, σεβασμό στην ύπαρξη και στη φύση, στη συμμετοχή και στη χαρά. Είμαι βέβαιος ότι ο ίδιος έχει επίγνωση της σημασίας της μελέτης του, ότι είναι ένα λιθαράκι στη μακρά πορεία μας προς τον εξανθρωπισμό, μια κουκκίδα στο ψηφιδωτό του νοήματος, εννοώ στην προσπάθεια όλων μας να αποτυπώσουμε ό,τι γνωστό και ό,τι άγνωστο. Αυτά στο, ας το πούμε έτσι, φιλοσοφικό πεδίο ή και στο υπαρξιακό. Στο αυστηρά ανθρωπολογικό-οικονομικό η μελέτη ανήκει στις πνοές αντίστασης και ελευθερίας.

Ας μου επιτραπεί και τούτο: διάβασα το βιβλίο πάνω από μία φορές, γιατί, για μένα είναι ένα σπουδαίο λογοτεχνικό αφήγημα.