Παγκόσμια μέρα προσφύγων

[ Κώστας Καναβούρης / Ελλάδα / 21.06.17 ]

                              Παγκόσμια μέρα ενοχής

 «Εγώ είναι ο άλλος» έγραφε η ποιητική ιδιοφυία που ονομάζεται Αρθούρος Ρεμπώ. Προσοχή: όχι «εγώ είμαι», αλλά «εγώ είναι». Δηλαδή το εξ αντικειμένου υποκείμενο ιστορικά, κοινωνικά, ταυτοτικά. Το απολύτως ετεροκαθοριζόμενο ταυτοτικό Εγώ, είτε ατομικό, είτε συλλογικό σε όλες τις μορφές του: εθνικό, εθνοτικό, θρησκευτικό, φυλετικό και όλες οι εκφάνσεις αυτού του μεγαλειώδους χοϊκού Εγώ που λέγεται άνθρωπος. Αυτό το πελώριο και πανανθρώπινο Εγώ χωρίς το οποίο τραυματίζεται ανεπανόρθωτα σε βαθμό θανατώσεως το ασφυκτικά περιορισμένο ιδιωτικό και μόνον ιδιωτικό εγώ. Επομένως η σπατάλη μίας και μόνο μονάδας αφορά το Είναι ολόκληρης της ανθρωπότητας. Αυτό το Είναι, που είναι ο άλλος. Ίσως για τούτο ένας άλλος τεράστιος ποιητής, ο Τσέσλαφ Μίλος έγραφε: «Ο θάνατος ενός ανθρώπου είναι όπως η πτώση ενός μεγάλου έθνους».

Γι’ αυτό λοιπόν πιστεύω, ότι η 20η Ιουνίου που έχει ορισθεί ως «Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων», μόνο ως παγκόσμια ήμερα ενοχής μπορεί να προσληφθεί. Και χωρίς καμιά διάθεση ισοπέδωσης των αιτιών και των υπευθύνων. Όταν όμως έχουμε να κάνουμε (με στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες) με 65,6 εκατομμύρια πρόσφυγες στο τέλος του 2016, από τους οποίους οι μισοί είναι παιδιά, όταν μιλάμε για εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς από πολέμους, φτώχεια και άλλες βαρβαρότητες, όταν μιλάμε για δεκάδες χιλιάδες νεκρούς από τους καθημαγμένους «γυμνούς» ανθρώπους, γυμνούς από κάθε έννοια ζωής, στην προσπάθεια τους πρώτα να φύγουν στα τυφλά και ύστερα να πάνε κάπου, τότε δεν μιλάμε για παγκόσμια τραγωδία απλώς. Μιλάμε για γενοκτονία του ανθρώπινου είδους, άρα μιλάμε για παγκόσμια ύβρη. Πώς λοιπόν να θεωρήσουμε αυτή την «παγκόσμια» μέρα ως κάτι άλλο εκτός από μέρα ενοχής: Γιατί όλες οι μέρες, παγκόσμιες είναι. Η 20η Ιουνίου δεν αποτελεί εξαίρεση. Την ημέρα αυτή ο χρόνος κυλάει πάνω στο ίδιο ποτάμι της βαρβαρότητας: και στις 20 Ιουνίου κάθε 3 δευτερόλεπτα ένας άνθρωπος αναγκάζεται να εγκαταλείψει το σπίτι του, τον τόπο του, την γλώσσα του, τα τραγούδια του, τους νεκρούς του, την ζωή του και την ψυχή του και να φύγει. «Φρικτό δεν είναι να πεθαίνεις, φρικτό είναι να μην ζεις» λέει ο Γιάννης Αγιάννης στους «Άθλιους» του Ουγκώ. Και ορίστε, 65,6 εκατομμύρια άνθρωποι, ένα τεράστιο έθνος της οδύνης και του χαμού (αφού τόσο πολύ μας αρέσει να μιλάμε για έθνη- άλλωστε και οι νεοναζί, αλλά και οι μουτζαχεντίν της ορθοδοξίας την καθαρότητα των εθνών και θρησκειών πρεσβεύουν – και τα προστατεύουμε με φράκτες, συρματοπλέγματα, τείχη, λυσσασμένα σκυλιά, ιδιωτικούς στρατούς, υπερβολικές δόσεις κυμάτων και θανατηφόρους υπερεθνικούς φορολογικούς παραδείσους), ένα τεράστιο έθνος λοιπόν που βαδίζει από τον θάνατο στη μη ζωή. Μπροστά σ’ αυτά τα μεγέθη που μοιάζει αδύνατο να τα χωρέσει η συνείδηση του καθενός, το κάθε εγώ που δεν είναι ο Άλλος, ό,τι κι αν κάνουμε (έτσι κι αλλιώς απαραίτητο αλλά μοιραία λιγότερο από την καταστροφή) δεν μας απαλλάσσει από το βάρος μιας παγκόσμιας ενοχής. Δεν είναι κατηγορία αυτό. Δεν είναι υποτίμηση των υπέροχων σελίδων ανθρωπιάς και αλληλεγγύης, στις οποίες ο ελληνικός λαός έχει γενναίο μερτικό. Είναι έκφραση θεμελιώδους απελπισίας, καθώς τα τέρατα του θανάτου και του ταξικού παγκόσμιου κέρδους, καταδίκασαν με την έπαρση του νικητή στο αγριότατο πόλεμο των «πάνω» με τους «κάτω», σε μια απολύτως στρεβλή και αόρατη δίκη της Νυρεμβέργης, όλη την «κάτω» ανθρωπότητα (που οι ίδιοι δημιούργησαν) εις θάνατον, με ομαδικές εκτελέσεις φανατισμών, με κατά συρροήν απαγχονισμό της ελπίδας, με πλήθη που θάβονται ζωντανοί μέσα στα χαρτοφυλάκια των χρηματιστηρίων και στα έγκατα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, με εκτεταμένο κανιβαλισμό στα χαλύβδινα σαγόνια της παγκόσμιας πολεμικής μηχανής. Πώς να μην νιώσεις ένοχος από την κατακλυσμιαία αθωότητα των δολοφόνων που ρημάζουν τον πλανήτη! Πώς να μην νιώσεις ένοχος όταν η φωνή σου στομώνεται από τα σμήνη της χειραγώγησης και οι άνθρωποι πεθαίνουν ανήμποροι μπροστά στις ανήμπορες λέξεις σου. Όταν οι άνθρωποι λιώνονται κάτω από τις ερπύστριες, άλλοτε των Τραμπ, άλλοτε των ναζί, άλλοτε του τερατώδους ανθρωπάκου που αρνείται να μεταφέρει πρόσφυγες με το αστικό λεωφορείο και άλλοτε κάτω από τις ερπύστριες μιας απαθούς αστυνομίας, μιας αλλήθωρης δικαιοσύνης και μιας κυβέρνησης που αντί μα ουρλιάζει την ενοχή της (όλες οι κυβερνήσεις, έτσι;), νιώθει την ανάγκη να πει ότι τα πήγε  (που πράγματι τα πήγε, αλλά τούτο δεν συνιστά θεραπεία) καλύτερα από τους προηγούμενους.

Όλοι τους είναι ελεύθεροι να το πράξουν. Αν λοιπόν δεν φροντίσουμε να απελευθερωθούμε από την ελευθερία τους, καλά θα κάνουμε να μην ξεχνάμε το βάρος της ενοχής μας. Όλες τις μέρες του χρόνου. Ίσως έτσι… κάποτε…