Πέτα, ψυχή μου

[ Δημήτρης Χριστόπουλος / Ελλάδα / 12.01.19 ]

 

Ο Αγιασεμής, οργανοπαίκτης και ναυτικός στα νιάτα του, μετά ιερέας στον Άγιο Πολύκαρπο και στα γεράματα βιολιτζής.

Στα εβδομήντα πέντε του, με το ενάμισι πόδι βρέθηκε στον άλλο κόσμο. Επιθετικός καρκίνος, η ιατρική γνωμάτευση. Θεραπεία δεν χώραγε, ενώ η τραχειοτομία στην οποία υπεβλήθη τού στέρησε την αγγελική φωνή. «Μην απελπίζεσαι» έλεγε στον εαυτό του, «έχει ο Θεός». Στο νησί αμίλητοι τον έκλαιγαν σαν πεθαμένο.

Κανόνισε μοναχός του όλες τις λεπτομέρειες για το ξόδι, βρήκε και τον αντικαταστάτη του, ένα νέο παιδί, τον πατέρα Ησύχιο από την Πτολεμαΐδα, που αγάπησε με πάθος το Νησί και αποφάσισε να μείνει.

Είκοσι χρόνια πέρασαν από τότε και ο Αγιασεμής, χωρίς φωνή πια αλλά με χέρια αγγελικά δοξάζει με το  βιολί του τον Κύριο.

Φέτος, παραμονές του Άη Νηγιά, με την κάψα να πυρπολεί την πέτρα, πήρε το μονοπάτι για το αψηλό μοναστήρι. Δεν κοντοστάθηκε, δε λαχάνιασε ούτε στιγμή. Λογάριασε μονάχα πόσες φορές τραγούδησε στο πανηγύρι του Αγίου:

Τ’ Άη Νηγιά τ’ ανήφορο

ν’ ανέβω πώς μ’ αρέσει,

μα γέρασα και δεν μπορώ,

θα μείνω μες στη μέση.

Από κει πάνω το μάτι του φυλάκισε όλο το μπλε κι ένιωσε την ανάγκη για τελευταία φορά να δοξάσει τη Μητέρα Γη. Σήκωσε το λευκό φελόνι, έβγαλε το καλιμαύκι του κι έκατσε κατάχαμα. Πήρε το βιολί του, το κόρδισε καλά κι έψαλε:

Πέτα, ψυχή μου, πέτα!/ τὴν γῆν ἀποχαιρέτα./ Μὴ τρέμῃς, μὴ σκιασθῇς,/ Σ’ αἰώνιο σκοτάδι,/ σ’ ἀνυπαρξίας ᾌδη/ δὲν θε νὰ βυθισθῇς*.

 

*Τίτλος ποιήματος του Αριστομένη Προβελέγγιου, Εμπρός στο Άπειρο: Σφιγξ και Πήγασος, Αθήνα, Σιδέρης, 1926.