Πέθανε ο Ντούσαν Μακαβέγιεφ

[ ARTI news / Κόσμος / 27.01.19 ]

Ο Ντούσαν Μακαβέγιεφ, ο πιο σημαντικός ίσως σκηνοθέτης του νέου γιουγκοσλάβικου κινηματογράφου, πριν τον Εμίρ Κουστουρίτσα, που ξάφνιασε την Ευρώπη, κάνοντας μια εντυπωσιακή εμφάνιση στη δεκαετία του ’60, πέθανε, χτες Παρασκευή σε ηλικία 88 χρονών, στο Βελιγράδι.

Η πολιτική, ο μαρξισμός, η σεξουαλικότητα, ο φροϋδισμός και γενικότερα η ανθρώπινη συμπεριφορά, αλλά και οι θεωρίες του Βίλχελμ Ράιχ (όπως τις ανέπτυξε ιδιαίτερα στην αριστουργηματική ταινία του «Τα μυστήρια του οργανισμού»), είναι θέματα που επανεμφανίζονται στις ταινίες του, με ένα στιλ που αναμιγνύει με δεξιοτεχνία και φαντασία το μαύρο χιούμορ με το σαρκασμό, τα επίκαιρα με το χάπενινγκ, το ντοκιμαντέρ με τη μυθοπλασία (όπως κάνει και στην ταινία του «Απροστάτευτη αθωότητα» – 1968 – που με αφορμή την πρώτη ομιλούσα γιουγκοσλάβικη ταινία κάνει μια σειρά συλλογισμών (στο στιλ του Προυστ, θα έλεγα) γύρω από το παρελθόν και το παρόν της χώρας του.

Από την πρώτη κιόλας ταινία του, «Ο άνθρωπος δεν είναι πουλί» (1965), συναντάμε τα στοιχεία εκείνα που θα αναπτύξει στο κατοπινό θαυμάσιο έργο του: τη σχέση του ζευγαριού, με επίκεντρο το σεξ, τα ταμπού και την καταπίεση μιας συγκεκριμένης κοινωνίας, το μαρξισμό και τις θεωρίες του, που συχνά δεν ακολουθούνται από τα σοσιαλιστικά καθεστώτα, όλα δοσμένα με το σαρκασμό να υποβόσκει σε κάθε σκηνή του.

Θέματα που κυριαρχούν και στην επόμενη αριστουργηματική ταινία του «Έγκλημα ζηλοτυπίας» (1967), είδος φιλοσοφικού δοκιμίου γύρω από τον έρωτα και το σεξ, ιδωμένου με τρόπο μπρεχτικό. Συνδεδεμένη με τις «διαλέξεις» ενός σεξολόγου και ενός εγκληματολόγου, παρακολουθούμε την ιστορία μιας νεαρής τηλεφωνήτριας και τον έρωτά της με έναν υγειονομικό υπάλληλο, ο οποίος, στο τέλος, τη σκοτώνει.

Αναμιγνύοντας με τον πιο θαυμάσιο τρόπο την κωμωδία με την τραγωδία, ο σκηνοθέτης καταφέρνει να θέσει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα προβλήματα της εποχής μας, πρόβλημα που βρίσκουμε και σε άλλους μεγάλους σκηνοθέτες, ιδιαίτερα τον Αντονιόνι και τον Μπέργκμαν: τον σύγχρονο έρωτα – έρωτα που παρουσιάζει μέσα από πολύ τολμηρές, για την τότε εποχή, σκηνές που ακόμη και σ’ αυτήν τη φιλελεύθερη Γαλλία, η λογοκρισία τον ανάγκασε, όπως μου είπε ο ίδιος, να καλύψει αρκετές σκηνές της ταινίας του με μαύρες γραμμές για να μη σοκάρει το κοινό…

Με μια αληθινά μπρεχτική μέθοδο, ο Μακαβέγιεφ αναλύει και παρουσιάζει στον θεατή, για να κρίνει μόνος του, το καθένα από τα θέματά του, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του κολάζ, μέθοδο που πρέπει να σημειώσουμε δεν περιορίζεται στην εικόνα, αλλά επεκτείνεται και στην ηχητική πλευρά, ιδιαίτερα στη χρησιμοποίηση της μουσικής.

Οι ιδεολογικές του τοποθετήσεις θα τον αναγκάσουν πρόωρα να εγκαταλείψει την πατρίδα του και ν’ αναζητήσει αλλού την υποστήριξη για να γυρίσει τις υπόλοιπες (λιγοστές δυστυχώς) ταινίες του: «Σουίτ Μούβι» (1974), μια το ίδιο τολμηρή με «Τα μυστήρια του οργανισμού» ταινία, με υπόκρουση τη θαυμάσια μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, όπου το σεξ και η σκατολογία δίνονται με μια τόλμη που την εποχή της είχαν προκαλέσει σκάνδαλο.

Πίσω όμως από τις προκλητικές και φαινομενικά άσχετες εικόνες της, υπάρχει μια σωστή και ξεκάθαρα σκέψη και η δυναμική παρουσία ενός ανθρώπου που νοιάζεται και προβληματίζεται, με ένα πάντα σατιρικό, σαρκαστικό τρόπο, πάνω στην κοινωνία μας και το μέλλον της.

Την επόμενη, προτελευταία του ταινία του, την πολιτική φάρσα «Μανιφέστο» (1988) ο Μακαβέγιεβ θα γυρίσει στη Γιουγκοσλαβία, ενώ την τελευταία του ταινία, «Ο γορίλας κάνει μπάνιο το μεσημέρι» (1993), πολιτική σάτιρα, γύρω από τις περιπέτειες ενός Ρώσου στρατιώτη στο Βερολίνο, ο σκηνοθέτης στράφηκε στη Γερμανία. Ενδιάμεσα, και για ένα μεγάλο διάστημα, θα διδάσκει σκηνοθεσία σε αμερικανικά πανεπιστήμια.

Πληροφορίες: enetpress.gr -Νίνος Φένεκ Μικελίδης