Ο υποψήφιος

[ Γεωργία(Γιούλα) Τριγάζη / Ελλάδα / 08.05.19 ]

Ο υποψήφιος πριν κάτι μήνες από την τελική παρουσίαση πήγε,-ή μάλλον τον πήγαν-, στο γιατρό. Μια αφηρημάδα τελευταία, μια αποστασιοποίηση, η αιτία. Οι δικοί του εκνευρίζονταν. «Τι καμώματα ειν’ αυτά! Σοβαρέψου, ρεζίλι θα μας κάνεις! Ένας άνθρωπος της δικής σου κλάσης, και κοινωνικής θέσης να χαζογελάει, να παραμελεί το ίματζ του, να φτάνει σε ακρότητες!» Εντάξει, ένα κάποιο χιούμορ το είχε και πριν, αλλ’ αυτό που έγινε στη συνεστίαση του αρχηγού με όλα τα μπραντ-νέϊμ  υποψηφίων, ξέφευγε κάθε περίπτωσης! Να πεταχτεί δηλαδή στη συζήτηση γελώντας μπροστά στον πρωτοεμφανιζόμενο και πολλά υποσχόμενο Θανόπουλο –που εντάξει δεν ήταν και το καλύτερο παιδί, αλλά το αφεντικό τον πήγαινε πολύ-, και να πετάξει έξω την τσουτσού  βροντοφωνάζοντας και γελώντας «Άει κατούρα μας Θανόπουλε!» ήταν πέραν κάθε πρόβλεψης!

Έλα όμως, που η παράταξη, όφειλε πολλά στο Γιαννίκο, δήμαρχο για χρόνια, και η εκ νέου επιλογή του ήταν καλό χαρτί! Αλλά αυτά του τα όψιμα φερσίματα…

Το αφεντικό τα μίλησε με την Αντριάνα την κόρη του. «Τι έγινε κορίτσι μου! Τι νούμερα είν’ αυτά του πατέρα σου; Έτσι θα πάρουμε τις εκλογές;» Κι αυτή μέσα στη δική της χαμάρα, αλλά και το γαμώτο –που λένε-, να μην αποσυρθεί απ’ το προσκήνιο η οικογένεια μ’ αυτό τον ταπεινωτικό –κατά την άποψή της- τρόπο, τα μπάλωσε με μισές αλήθειες. Και με τούτα και με κείνα, αποφασίστηκε τελικά ο Γιαννίκος που έφερνε τους ψήφους, να βγει μεν μπροστά βιτρίνα, αλλά σιγά-σιγά να προμοτάρει το Θανόπουλο.

Άντε τώρα, η φιλόδοξη Αντριάνα, να πείσει τον πατέρα της, –«αρχόμενη αλλά καλπάζουσα(!) άνοια» ήταν το ιατρικό ανακοινωθέν-, να το παίξει διπλό χαρτί! Δύσκολα πράγματα αν όχι αδύνατα. Αλλά ο αρχηγός ήταν ξεροκέφαλος. «Ο πατέρας σου οφείλει στο κόμμα να δείξει τη συμπάθειά του στο Θανόπουλο! Άντε και την επομένη θα είσαι συ το γερό χαρτί!» Της έκανε χτυπώντας τη στην πλάτη. Αχ αυτή η υπόσχεση!

Έτσι η Αντριάνα φροντιστήριο κάθε βράδυ. Να κοστουμαρίζει τον «υποψήφιο» που με δυσκολία κρατούσε πλέον και το βρακί του ώρες-ώρες! Που χαζογελούσε σε κάθε παρατήρηση, χειρότερα κι από σχολιαρόπαιδο.

-Γιατί με σφιχτοδένεις έτσι παιδάκι μου; (για τη γραβάτα ο λόγος!)

-Γιατί υπήρξες δήμαρχος πατέρα!

-Κι αυτός ο κερατάς στη φωτογραφία μου που πλασάρεις συνέχεια ποιος είναι;

-Ο Θανόπουλος πατέρα! Ένα καλό παιδί, που πρέπει τώρα να γίνει δήμαρχος πατέρα! Δεν τα ’παμε; Εσύ σαν πιο παλιός πρέπει να πεις δυο καλά λόγια γι αυτόν!

Εκεί ακριβώς ο Γιαννίκος, αν δεν σταύρωνε τα χέρια σαν πεισμωμένος πιτσιρικάς, έριχνε στη φωτογραφία, μια μούντζα, ή μια φτυσιά… Αναλόγως.

Με τα πολλά όμως και γιατί να κλαίει η Αντριάνα δεν του άρεσε, πείστηκε να μάθει ή έστω να διαβάσει κάποια λόγια για τον καινούργιο.

…………………………………………………………………

Στην αίθουσα κόσμος πολύς. Στην εξέδρα τα δυο… «φαβορί». Και πίσω από το ένα, το γνώριμο στον κόσμο, καθιστό και σαστισμένο, η Αντριάνα, πανέτοιμη για πρώτες βοήθειες. Παραδίπλα το… άλογο κούρσας ή  μάλλον το παγώνι, κορδωτός-κορδωτός και ορθός ο Θανόπουλος. Με ύφος υποταχτικό, όπως του είχε τονίσει το αφεντικό, με το ζόρι κρατιόταν να μην ορμήσει σε ό,τι νόμιζε πως ήδη του ανήκε! Ας… όψεται ο «μεγάλος», που συνιστούσε σεβασμό στους παλαιότερους!

Και παίρνει το λόγο η… Αντριάνα «Φίλοι και φίλες βρισκόμαστε δω… μπλα-μπλα,μπλα…. Και ο πατέρας μου μπλα… μπλά» κλάπα-κλάπα τα χειροκροτήματα από κάτω. «Α ρε πατέρα, σκεφτόταν η Αντριάνα, ήταν ανάγκη να μας την κάνεις; Τώρα η δόξα θα ήταν όλη δική μας». Τέλος, φτάνουν και στο προκείμενο. Στο να πει δηλαδή ο παλιός δυο καλά λόγια για τον καινούργιο. Και ότι ο ίδιος με όλη του την καρδιά δε θα συμμετάσχει μπρος στο «καλό αυτό χαρτί» για την παράταξη. Σταυροκοπιέται η Αντριάνα. «Παναγιά μου! Μη μου τα χαλάσει τώρα!» Ο Θανόπουλος να ρίχνει πλάγια βλέμματα καχυποψίας. Γιατί βέβαια κανείς δεν τον είχε ενημερώσει ακριβώς για το θεματάκι του Γιαννίκου. Μόνο υποψίες είχε.

«Έλα πατέρα η σειρά σου!» ψιθυρίζει η Αντριάνα, παραδίδοντας το μικρόφωνο, αλλά και το χαρτί… βοηθείας.

Αλλά ο Γιαννίκος προς μεγάλη έκπληξη όλων πετάει πέρα χαρτί και μικρόφωνο.

«Γεια σας!» Κάνει στον κόσμο. «Η Αντριάνα μου είπε πως είμαι δήμαρχος! Κάθε βράδυ μου το λέει! Ε Αντριάνα;» και συναντώντας το δυστυχισμένο βλέμμα της κόρης του συνέχισε απτόητος «Μη φοβάσαι Αντριάνα! Είμαι δήμαρχος!»

Γέλια αποκάτω το κοινό, το πήρε για… χιούμορ. Γυρίζοντας όμως ο Γιαννίκος προς τη βλοσυρή μούρη του Θανόπουλου.

«Τώρα θα γίνει κι αυτός δήμαρχος! Πώς τον είπαμε Αντριάνα;»

 Βουτάει το μικρόφωνο η Αντριάνα, αγνοώντας πια τα γέλια και το σούσουρο της πλατείας. «Θα βάλει υποψηφιότητα με το κόμμα μας  θέλει να πει ο πατέρας! Ο κύριος Θανόπουλος! Πατέρα πες δυο καλά λόγια για τον κύριο Θανόπουλο!» Κάνει εκτός εαυτού!

«Μπράβο Θανόπουλε!» λέει ο Γιαννίκος

«Είπε πράγματι δυο!» Άδραξε την ευκαιρία η ξύπνια Αντριάνα, και πλασάρει το μικρόφωνο στον ανυπόμονο Θανόπουλο, που μετά βίας κρατιόταν. Το παίρνει λοιπόν το… παγώνι κούρσας και δεν είχε σταματημό. Όσο μιλούσε αυτός, μετά βίας συγκρατούσε τον ύπνο του πατέρα της η Αντριάνα, σκουντώντας και ξανασκουντώντας! Κλάπα-κλάπα λοιπόν, και φτάνει η φιέστα στο τέλος! Τι το ’θελε όμως ο Θανόπουλος, που χεσμένος απ’ την απρόσμενη υποδοχή, στρέφεται προς τον παλιό… συνάδελφο; Που βρισκόταν περίπου στο πρωτοΰπνι.

-Αγαπητέ μας δήμαρχε! Είσαι και θα είσαι ο Δήμαρχος της καρδιάς μας πάντα! Μακάρι να σου μοιάσω όταν θα βγω! Να κλείσεις τώρα, εσύ την ωραία αυτή γιορτή.

Αλλά ο Γιαννίκος τον κοίταζε θολά σα να μην τον αναγνώριζε «Χαίρω πλήρης… Χαίρω πλήρης…» έκανε νυσταγμένα, αλλά η λέξη δεν του ερχόταν. Και η έρμη η Αντριάνα δεν έβρισκε κι αυτή κάτι. Τότε ο Θανόπουλος κάνοντας χιούμορ «ημερών!» του προτείνει… ευφυέστατα!

«Αηδίας μωρέ! Επιτέλους μου ήρθε!»  έκανε ο παρ’ ολίγον υποψήφιος.