Ο σκύλος μου ο Θαλής

[ Ευάγγελος Αυδίκος / Ελλάδα / 11.02.16 ]

 

Θαλής είναι ο σκύλος μου. Αφού εγκατέλειψα την ενασχόληση με τις κλασικές σπουδές, άμα τη κτήσει του πτυχίου, σκέφτηκα πως είχα υποχρέωση να αποκαταστήσω τους δεσμούς μου με τα κλασικά γράμματα ονοματοδοτώντας τον σκύλο μου Θαλή. Οι γύρω μου αντέδρασαν, στην αρχή με πέρασαν ψιλό γαζί. Σκύλος φέρων το όνομα σπουδαίου ανδρός, οποία κατάντια για τους αρχαίους ημών προγόνους.

     Επέμενα. Το συμπάθησα αυτό το μουτράκι από την πρώτη στιγμή που ήρθε πεσκέσι στο σπίτι. Η κοιλιά του κόντευε να σέρνεται στο δάπεδο, μια γροθιά σκύλος. Από χαρακτήρα όμως άλλο πράμα. Το μάτι του είχε μια στοχαστικότητα, δεν ήταν τυχαίος ο Θαλής μου. Και το ’δειξε αμέσως. Για να τον προστατέψω από τσουρούφλισμα από τα κάρβουνα που άναβα για να ψήσω την οικογενειακή σαρδέλα, τον έκλεισα στο υπόγειο. Ο φιλαράκος μου, ο δεύτερος γιος μου τον σύστηνα τότε, διαμαρτυρόταν εντόνως , σα να με επέπληττε που καταπατούσα τα δικαιώματά του. Από την πρώτη στιγμή μιλούσαμε με τα μάτια, ένιωθα ότι διάβαζε ο ένας την σκέψη του άλλου. Θα το έκανες αυτό στην εγγονή σου; Κούνησα τα βλέφαρα αρνητικά. Γιατί δεν με αντιμετωπίζεις ισότιμα, συμπλήρωσε.

     Περνούσε ο καιρός κάνοντας παρέα στον ελεύθερο χρόνο μου. Όταν καθυστερούσα την επικοινωνία γαύγιζε και δεν σταματούσε αν δεν πήγαινα να κουβεντιάσουμε. Μου παραπονιόταν πως δεν του αφιέρωνα χρόνο. Έσκυβα το κεφάλι ένοχα και του υποσχόμουν πως θα επανόρθωνα. Κρατούσα την υπόσχεσή μου για λίγες μέρες και πάλι στα ίδια. Είσαι αδιόρθωτος, μου έλεγε. Έτσι είστε οι άνθρωποι; Χωρίς μπέσα; Ε, τότε καλύτερα που γεννήθηκα σκύλος και κρατάω το λόγο μου. Σε εγκατέλειψα ποτέ; Τι να του έλεγα.

    Μεγαλώνοντας τον έβαζα μες στο σπίτι, βλέπαμε μαζί και σχολιάζαμε τις ειδήσεις. Του εξηγούσα τα γεγονότα κι ο Θαλής μου έλεγε τα δικά του κοιτώντας με ίσια στα μάτια. Ένα γαύγισμα και σιωπή σήμαινε «πες μου». Κι άρχιζα. Τελευταία όμως άλλαξε συνήθειες. Δυο φορές μάλιστα γαύγιζε ασταμάτητα. Είχε δει τον συμπαθή γάιδαρο να περιφέρεται στους δρόμους της Αθήνας. Μα τι είδος είναι οι άνθρωποι, ο Θαλής με κοίταζε στα μάτια, τα δικά του είχαν μιαν ανείπωτη θλίψη.  Έτσι είναι, συνέχισε. Έχετε τη δύναμη και ξεσπάτε σε μας. Σε άκουσα που αποκάλεσες τον αδερφό μου γάιδαρο, έκανε αταξία που σε στενοχώρησε. Γιατί όμως γάιδαρος; Άνθρωπο έπρεπε να τον βρίσεις. Καμώνεστε πως έχετε πολιτισμό. Να σας βράσω. Έτσι είναι ο πολιτισμός; Να βασανίζεις ανυπεράσπιστα ζώα.

     Έφυγε από κοντά μου. Ξανάρθε πάλι κοντά μου σήμερα. Γάβγιζε συνέχεια. Σα να’ θελε να ορμήσει πάνω μου. Μη φοβάσαι, μου είπε.  Ένας σκύλος ποτέ δεν παραβαίνει τις αρχές του. Τιμάμε τους ανθρώπους μας. Νοιαζόμαστε γι’ αυτούς. Είδες όμως τι έγινε με τα γουρουνάκια που τα βάψανε για να βρίσουν τα κόμματα. Είμαι πολύ στενοχωρημένος. Τέτοια αχαριστία ανθρώπινη δεν την περίμενα.

     Έσκυψα το κεφάλι ντροπιασμένος, έχεις δίκιο, του είπα. Αν ήμουν σκύλος θα μάζευα την ουρά στα σκέλια μου.