Ο Ρούλης το ρινοκεράκι

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 26.12.18 ]

Το ’75-’76 ήρθε και κατασκήνωσε εδώ μια γαλλική αρχαιολογική αποστολή. Εγώ ήμουν ακόμη παιδάκι, με κοντά παντελονάκια, μύξες, πρωινό γάλα και να Λό-λα, να έ-να μη-λο. Έπαιρνα κάθε μεσημέρι το ποδήλατο και κατέβαινα μαζί με τους φίλους μου στο δάσος. Παίζαμε με τις ώρες μπάλα κι όταν τελειώναμε στεκόμασταν παράμερα για να τους παρακολουθούμε. Νωρίς το βράδυ ανάβανε φωτιά και πιάνανε τις κιθάρες. Ψήνανε λουκάνικα, λέγανε αστεία, γελούσαν και μιλούσαν. Τις υπόλοιπες ώρες σκάβανε, συνέχεια σκάβανε.

Ήμουν εκεί τη μέρα που ’φεραν στο φως μια απολιθωμένη ρινοκερίνα με το απολιθωμένο ρινοκεράκι της. Θυμάμαι ότι στέκονταν και κοιτούσανε αμίλητοι το εύρημά τους, εμένα πάλι μου φάνηκε ότι σαν να ήθελε να δραπετεύσει το μικρό. Την άλλη μέρα αποσυναρμολόγησαν τα κόκκαλα και γρήγορα γρήγορα τα φόρτωσαν σε ένα μεγάλο φορτηγό και έφυγαν για πάντα. Υποθέτω ότι τώρα κοσμούν κάποιο προϊστορικό μουσείο επαρχιακής πόλης της Γαλλίας. Αγνοώ αν υπάρχει καμία ταμπελίτσα που να θυμίζει τον τόπο προέλευσης. Εδώ έμεινε μια ορφανή τρύπα κι ένα σιωπηλό δάσος.

Ο τρελός του χωριού λέει ότι πού και πού ακούγονται μουγκανητά στο δάσος. Τον αποπαίρνουνε οι άλλοι, αλλά εγώ δίνω μεγάλη βάση στα λεγόμενά του. Μια βδομάδα αφότου φύγανε οι Γάλλοι, έβλεπα κάθε νύχτα στον ύπνο μου τη ρινοκερίνα με το ρινοκεράκι. Ότι ήμασταν στο παραδίπλα πλάτωμα με το μικρό και παίζαμε όλη μέρα μπάλα. Νωρίς το απόγευμα το φώναζε η μαμά του, να γυρίσει γρήγορα σπίτι, μην τύχει και πέσει βράδυ, κυκλοφορούν κακοί αρχαιολόγοι, μπορεί να το πάρουνε στα ξένα.

Ρούλης το όνομα του. Έτσι θυμάμαι ότι το φώναζα.