Ο «Πολίτης Μάνος» Χατζιδάκις

[ ARTI news / Ελλάδα / 15.06.19 ]

«Σας καλωσορίζω. Από άσματος άρξασθε και περί άσματος ομιλείτε. Και θα δούμε τι θα βγει από αυτό. Εμένα μ’ ενδιαφέρει πολύ εσείς που είστε νεότεροι και διαφορετικών τάσεων να βοηθήσετε στο να δοθεί ένας σωστός ορισμός του τραγουδιού. Το τραγούδι είναι μια παρεξηγημένη έννοια, ιδιαίτερα στον καιρό μας και στον τόπο μας. Η άνθηση του τραγουδιού βοήθησε να δημιουργηθεί μια σύγχυση μοναδική. Σήμερα τραγούδι μπορεί να είναι και ένας λόγος του Παπανδρέου (σ.σ. του Αντρέα)...». Λόγια του Μάνου Χατζιδάκι σε πολύ νεώτερους ομοτέχνους που κηρύσσουν την έναρξη της συζήτησης περί τραγουδιού! Βρισκόμαστε στα 1985 και το περίφημο «πολιτικό τραγούδι» βρίσκεται στην κορύφωσή του, δηλαδή λίγο πριν την παρακμή του, και ακμάζει η μελοποίηση των ποιητών, σχεδόν οποιουδήποτε κειμένου. Και το ερώτημα που ταλανίζει την παρέα είναι: υπό ποιες προϋποθέσεις ένα κείμενο είναι ένα πιθανό τραγούδι; Ο Χατζιδάκις διατείνεται ότι ακόμη και μια είδηση σωστά διατυπωμένη μπορεί να γίνει τραγούδι και δεν ειρωνεύεται: «Μια φορά» λέει «είχα διαβάσει σε μια εφημερίδα ότι μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας στο Μιλάνο, όντας ολομόναχη, δεν ήθελε να ζήσει άλλο. Πήγε λοιπόν στην εκκλησία και προσευχήθηκε στην Παναγία να την πάρει. Την άλλη μέρα τη βρήκαν νεκρή. Αυτό είναι περισσότερο τραγούδι παρά είδηση...». Την εποχή που το πρόβλημα της μοναξιάς δεν είχε ακόμη αναδυθεί με τη σημερινή ένταση, το έβλεπε ίσως μόνο ο Μάνος Χατζιδάκις κι εκείνοι που με κόστος την γελοιοποίηση κραύγαζαν επί ματαίω πως «εκτός από τον ιμπεριαλισμό υπάρχει και η μοναξιά». Όχι πως δεν υπήρχε και τότε η μοναξιά, αλλά ο συσχετισμός δύναμης των πολιτιστικών απόψεων όπως και των πολιτικών ήταν εις βάρος του Χατζιδάκι. Τότε κυριαρχούσε η άρση, το επικό τραγούδι και ο γερμανικός (με την εγελιανή έννοια) ρομαντισμός. Το αποκλεισμένο άλλο μισό της Ελλάδας έμπαινε στην κεντρική σκηνή με τα τραγούδια του, τα ήθη και γενικότερα την κουλτούρα του. Ο Μάνος Χατζιδάκις έπρεπε να περιμένει εκ νέου τη δική του ώρα, εκείνη που τα νερά της θάλασσας ησυχάζουν, τα κομμάτια της ψυχής ανασυντίθενται, οι καρίνες καθαρίζονται, ο συσχετισμός των αισθημάτων αλλάζει και όλα είναι έτοιμα για την επόμενη θαλασσοταραχή. Περιέργως πως τα τραγούδια του Χατζιδάκι έχουν καταχωρισθεί ως  εσωτερικού χώρου, ως μουσική δωματίου, δηλαδή κατ’ εξοχήν ερωτικά, ενώ του Θεοδωράκη ως.... εξωτερικού χώρου (του «δρόμου»)! Δεν είναι τυχαίο ότι τα καταπληκτικά ερωτικά τραγούδια του Μίκη είναι εντελώς αγνοημένα, όπως και τα «μαρς» του Χατζιδάκι. Μια εξήγηση είναι το γεγονός πως το καλύτερο έργο του Χατζιδάκι είναι ο «Μεγάλος Ερωτικός», ενώ του Θεοδωράκη το Άξιον Εστί -Ο Χατζιδάκις επιμένει πως είναι ο «Επιτάφιος»- κι έτσι και οι δύο κατατάχτηκαν με  βάση την αιχμή του δόρατος του έργου τους καθώς και με την πολιτική τους στάση και τοποθέτηση. Αλλά ποια ήταν η πολιτική θέση του Χατζιδάκι; Ποια γνώμη είχε για τα πολιτικά κόμματα  και την άποψή τους για τον πολιτισμό; Ιδού πως απαντάει ο ίδιος: «... εμείς δεν είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε τις απόψεις και το γούστο περί τέχνης, αυτά που πάνε να ισχύσουν βάσει της πολιτικής του τάδε κόμματος -ας λέμε των κομμάτων. Διότι αποδείχτηκε ότι δεν είναι έργο ενός κόμματος. Σήμερα τα πραγματοποιεί το ΠΑΣΟΚ επειδή είναι κυβέρνηση. Αργότερα θα μπορούσαν να τα πραγματοποιήσουν η ΝΔ ή το ΚΚΕ, αν ήταν κυβέρνηση. Δεν πιστεύω ότι θα υπήρχε καμία κυβέρνηση που θα ευαισθητοποιούσε τον κόσμο γιατί, μόλις ο κόσμος ευαισθητοποιηθεί, θα θελήσει να απαλλαγεί από την κυβέρνησή του-την οποιαδήποτε κυβέρνησή του» («Τέταρτο», Σεπτέμβριος 1985).

Ο Μουσικός Μάνος

«Καταβολές, παιδεία, ιδιότυπο α­κριβό γούστο: ιδού τα συστατικά στοιχεία του μουσικού σύμπαντος που μας έφτιαξε και μας χάρισε ο Μάνος Χατζιδάκις. Αλλά ποιες κα­ταβολές; Τι συγκροτεί την προσω­πική του μουσική «παράδοση»; Ένας νέος άνθρωπος που μεγαλώ­νει και ωριμάζει στον ελλαδικό με­σοπόλεμο είναι μοιραίο να έχει ε­κτεθεί ακουστικά στο ντόπιο πολυ­σχιδές αμάλγαμα της δημοτικής μουσικής, στο βυζαντινό μέλος, στις καντάδες, στα αστικά ακούσματα της οπερέτας, στις μπάντες, στους συρμούς του ευρωαμερικά­νικου ελαφρού τραγουδιού. Η ω­δειακή παιδεία θα προσθέσει τους κλασικούς με τα έργα για μεγάλα σύνολα, τη μουσική δωματίου, το πιάνο που ο νεαρός σπουδαστής μαθαίνει, την «εθνική» σχολή, τον ιλιγγιώδη κόσμο της νέας έντεχνης δημιουργίας του 20ου αιώνα». Έτσι, περιγράφει ο συνθέτης Δημήτρης Λέκκας τη μουσική σκευή του Μάνου Χατζηδάκι. Μια σκευή που προσλήφθηκε και δημιουργήθηκε με κριτικό τρόπο καθώς στα μάτια του η δημοτική μουσική καταντούσε «ύποπτο εθνοκεντρικό όργανο στα χέρια στρατοκρατών και δικτατόρων, η βυζαντινή ήταν κλεισμένη στις εκκλησίες και συχνά ανεμιζόταν ως λάβαρο στα χείλη μίζερων θρησκόληπτων μικροαστών, οι καντάδες μπορούσαν να είναι εκνευριστικά γλυκανάλατες, τα αστικά ακούσμα­τα ήταν πολλές φορές ξένο σώμα, η κλασική μουσική ήταν αποκομμέ­νη στον ελεφάντινο πύργο της και η «εθνική» σχολή ήταν αφόρητα «ελάσσων»».

Το μεγάλο όμως πρόβλημα του Μάνου Χατζηδάκι η αναζήτηση του προσώπου του Έλληνα, των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ελληνικού λαού που χάνονταν στα πάθη και τα μίση του εθνικού διχασμού, τη λαίλαπα της μικρασιατικής κατα­στροφής, τη σφοδρή μάχη του παλιού με το νέο, τις ιδιότυπες «ταξικές» αντιθέσεις, έναν χαλαρό συνεκτικό κοινωνικό ιστό, όπου οι γέφυρες επικοινωνίας έμεναν πάντα ανολοκλήρωτες όπως η γέφυρα της Αβινιόν. Το ίδιο ατελείς παρέμεναν και οι καλλιτεχνικές εκφράσεις. Τα «κλειδιά» για την άρση αυτών των αντιθέσεων και των αντιφάσεων εντέλει βρέθηκαν πρώτα στην τέχνη και ακολούθως και με πολύ μεγάλη καθυστέρηση και στην πολιτική.

Ο Χατζιδάκις θα συναντηθεί με τον Γκάτσο και τον Τσαρού­χη, που είχαν βρει τα πιο ειδικά κλειδιά της επαφής με τον κόσμο της παράδοσης, πέρα κι έξω από γραφικότητες και λαογραφίες. «Τα όνειρα του Γκάτσου» λέει ο Λέκκας «είχαν αναδυθεί μέσα από τη δημοτική ποίηση, τις Γραφές, τον Μακρυγιάννη. Ο Τσα­ρούχης είχε ήδη σκανδαλίσει με την έκδηλα λαϊκόστροφη, άκρως α­πελευθερωμένη και συνάμα λόγια θεματογραφία και τεχνοτροπία του. Τα δικά του κλειδιά τα είχε πάρει α­πό τον Θεόφιλο και τη ζωντανή λαϊ­κή ζωγραφική/ δρώμενο των Σπα­θάρηδων. Ο Χατζιδάκις δεν χρειάστηκε να ψάξει και πολύ για να βρει το δικό του ανάλογο κλειδί». Αυτό βρέθηκε στο ρεμπέτικο τραγούδι και δη το πειραιώτικο. Η έκφραση του παραδοσιακού βιώματος μέσα από τα μπουζούκια, όργανα τονισμένα στις συγκεκρα­μένες κλίμακες, κυρίως από τον Μάρκο Βαμβακάρη θα δημιουργήσει το ιστορικό μουσικό κίνημα του ρεμπέτικου που χρησιμοποιούσε ως υλικό τις δυτικές νότες, κι έτσι «τα υπό­λοιπα ήρθαν νομοτελειακά». Ο εμπλουτισμός από την Τσιτσάνη της αρμονικής γλώσσας του μπουζουκιού και οι συγχορδίες. Η μετεξέλιξή του σε τετράχορδο. Και τέλος η δυνατότητα μεταφοράς του μεταποιημένου υλικού στο πιάνο.

Η λύση, για τις νό­τες που έλειπαν, ήταν η πολιορκία τους, το κατά τον Χατζιδάκι «παι­χνίδι με τα ημιτόνια». Το ίδιο πράγ­μα έκανε και το μπλουζ όταν κατέ­φευγε στις περίφημες «μπλε» νό­τες του, αλλά το ρεμπέτικο είχε βά­ση αρκετά πλουσιότερη.

Ο Μάρκος ήταν αυτός που συ­γκέρασε την κλίμακα και υπέγραψε τη μεγάλη μετάβαση, και συγχρό­νως το μέγα τέλος. Το ίδιο είχε κά­νει κάποτε ο Μπαχ, υπογράφοντας κι εκείνος το τέλος του μπαρόκ. Να γιατί ο «παρατραβηγμένος» παραλ­ληλισμός τους, που ο Χατζιδάκις εί­χε αποτολμήσει στη διάλεξή του για το ρεμπέτικο, δεν ήταν τελικά πα­ραδοξολογία.

«Όργανα από όλα τα μήκη και τα πλάτη, ακριβοί κλασικοί ήχοι σε πρωτοφανέρωτες λεπταίσθητες α­ποχρώσεις και συνδυασμούς, μπου­ζούκια αδελφωμένα με μαντολίνα, ο Ζαμπέτας, το σαντούρι του Τάσου Διακογιώργη στο Αμέρικα Αμέρικα. «Τρελές» αντιστίξεις με τροπικές μαγγανείες, που μεταμόρφωναν κάθε σειρά από 3-4 νότες σε πολύ­τιμα κοσμήματα. Συγχορδίες στο σημείο όπου ερωτοτροπούν ο Ρα­βέλ, οι «Έξι», η τζαζ, ο Μπάρτοκ, ο Τσιτσάνης, οι μετατροπίες του Προκόφιεφ και τα πολυφωνικά της Ηπείρου.

Αλλά και οι ρυθμοί. Το πιο πολύτι­μο προσωπικό κουτί με τα θαύματα του Χατζιδάκι, όπου χώρεσε ατόφια την απέραντη παράδοση, αρχαία και διαχρονική, τη φρόντισε, την πλούτισε. Εδώ ο Στραβίνσκι, εδώ ο Ορφ, εδώ όλα τα Βαλκάνια, εδώ ο εαυτός του. Αλήθεια, συχνά μιλάμε για τις μαγικές μελωδίες του Χατζι­δάκι, ξεχνώντας τους εξαιρετικά ι­διωματικούς και πολύπλευρους «μονούς» ρυθμούς όλων των έρ­γων του και της πιανιστικής Ρυθμο­λογίας, το στοιχείο εκείνο που απο­καλύπτει συστηματική μελέτη και ευφάνταστη δημιουργική ανάπλα­ση: καλαματιανά, ζεϊμπέκικα, καρσι­λαμάδες, 5, 7, 9, 11, 13, 15. Μας τα χάρισε ή μας τα ξανάμαθε εξ αρχής. Έως και ερωτοτρόπησε με το ροκ, βάζοντας όμως το New York Rock and Roll Ensemble να τραγουδάει, π.χ., τα αρχαία και βαλκάνια 10/8 με συνοδεία μπουζουκιού», γράφει ο Δ. Λέκκας (Επτά Ημέρες-Καθημερινή).

Η μου­σική του Χατζηδάκι δεν ήταν παραδοσιακή, αλλά τελικά θα απέβαινε αξεδιάλυ­τη από την παράδοση. Κατάφερε να προσδιορίσει το ελληνικό, να το α­ναδείξει σε παγκόσμιο, άνοιξε δικό του δρόμο προς την παράδοση και ταυτόχρονα παρότρυνε τους νέους να πιουν από τα νάματά της και να εκφράζονται «με καλαματιανό και τσάμικο» (συνέντευξη στην Όλγα Μπακομάρου, περιοδικά Γυναίκα, τέλη δεκαετίας '60).

Ο Χατζιδάκις δίδαξε το σπάσι­μο των στεγανών σ' έναν κόσμο α­ναρχικά και κοινωνικά ευαίσθητο ό­που δεν υπάρχει μεγάλο και μικρό, σπουδαιοφανές και ταπεινό, έντε­χνο και λαϊκό, παρά μόνο ωραίο και άσχημο, σε έναν ορίζοντα αταξικό, ακομπλεξάριστο, ελεύθερο, φιλέ­ρευνο.

«Στρατιές οι επίγονοί του», γράφει ο Λέκκας, «κι αυτό που δεν αναφέρεται ποτέ είναι πως ο πρώτος επίγονος του είναι στ' α­λήθεια ο Μίκης Θεοδωράκης, δημι­ουργός ενός άλλου παράλληλου μουσικού σύμπαντος. Τους έχουμε συνηθίσει μαζί, συνομήλικους, α­νταγωνιστές και αχώριστους, ισάξι­ους, μεγάλους. Όμως, όταν ο Μίκης γύρισε από το Παρίσι, βρήκε ήδη διαμορφωμένα όσα ο Μάνος σμί­λευε πάνω από δέκα χρόνια. Αν δεν είχαν υπάρξει ο Μάνος και ο ομογά­λακτος του Αργύρης Κουνάδης, ο Μίκης δεν θα είχε ίσως επιστρέψει το '60 με τον Επιτάφιο».

Ο Μάνος Χατζηδάκις ευτύχησε να γίνει εν ζωή κλασικός, όχι στενά μουσικά, αλλά στον ακέραιο χώρο που εκείνος διάλεξε και σχημάτισε. ΓΧΠ