Ο παροξυσμός της αδιαφορίας...

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Ελλάδα / 12.06.18 ]

Πρόσωπα πενθοβαρή. Η αξιοπρέπεια μετεωρίζεται στην άκρη του ματιού, κάνει μια απελπισμένη προσπάθεια να κρατηθεί κι ύστερα πέφτει. Το άνεργο μέλλον φαντάζει εφιαλτικό. Ο εξηντάχρονος άντρας ακούει το φάντασμα της καθαρίστριας του Κέινς να λέει «Μη θρηνείτε φίλοι, επιτέλους θα ξεκουραστώ» και ρίχνει την απελπισία του στις ράγες του τρένου. Οι ντελιβεράδες αγκυροβολημένοι έξω από το υπουργείο Εργασίας, στο σημείο μηδέν της ελπίδας. Οι «οκταμηνίτες» και οι «επισφαλείς»  στένουν κοκαλωμένοι από το φόβο, σαν τη νάγια την ορχούμενη, μεταξύ ανεργίας και μερικής απασχόλησης, μεταξύ απελπισίας και ελπίδας. Ένα πλοίο με 629 ψυχές περιδιαβαίνει τις ακτές της αδιαφορίας…

Στις κερκίδες της αρένας, στα «επίσημα» οι «πάνω», οι ατσαλάκωτοι από τον πόνο, οι ηδονιστές χωρίς καρδιά, τα τεράστια Εγώ, κοιτάνε  τους απόκληρους μ’ εκείνο το αλαζονικό βλέμμα της ανοικτίρμονος περιφρόνησης, αναμεμειγμένης με έκδηλη αηδία, όπως εκείνοι που βλέπουν ξεκοιλιασμένα σκυλιά στην εθνική.

Και οι «αποκάτω» θεώνται με το βλέμμα ηλίθιας χαράς τους πρώην δικούς τους, καθώς παλεύουν με τα θηρία ή τα κύμματα…

Κάποτε οι φιλόσοφοι μιλούσαν για τον παροξυσμό της αδιαφορίας. Σήμερα, ακόμα και η εμπορευματοποίηση του νερού, η ίδια η περιβαλλοντική καταστροφή μένει απαρατήρητη, καθώς ζούμε στην εποχή του θανάτου των συγκινήσεων. Όλα, ο πόλεμος, ο θάνατος, ο πόνος, η ανεργία, η πείνα, η βία, ο φόνος, ο φόβος, η οργή, οι καταστροφές, όλα γίνονται οικεία, συνηθισμένα, στοιχεία της κυρίαρχης συμβολικής τάξης, γι’ αυτό αδιάφορα, σχεδόν αόρατα. Δεν ζούμε πια το γεγονός, αλλά την οπτικοποίησή του. Γι’ αυτό η ζωή τελείται ενώπιον και μέσω της τηλεόρασης και του web. Οι «πάνω» χρειαζόταν την τηλοψία για να νομιμοποιήσουν το «κάψιμο» της δημοκρατίας, έτσι ώστε οι άνθρωποι να μην ενοχλούνται από τις τραγωδίες, εκτός κι αν συμβούν μέσα στο σπίτι τους. Οι ηθικές βάσεις της ανθρώπινης δέσμευσης εκλείπουν.  Έχουμε «από-ρομαντικοποιήσει» τις ζωές μας. Η συγκίνηση, βέβαια, υπάρχει, αλλά είναι στιγμιαία, καθώς περνάμε αμέσως σε κάτι άλλο: στην καθημερινή εναλλαγή αγριοτήτων.

Αλλοτριωμένοι οι «κάτω» που διασκεδάζουν με την καταστροφή τους. Αλλοτριωμένοι και οι «πάνω» που φενακίζονται ομοίως. Γιατί σε μία κοινωνία ξένωσης, η ίδια η κυρίαρχη τάξη βρίσκεται σε κατάσταση ξένωσης. Η ξένωση(αυτή που αποκαλείται και «αλλοτρίωση») παρουσιάζεται ως ξένωση της κοινωνίας στους θεσμούς της, οι οποίοι αυτονομούνται έναντι της κοινωνίας, όπως σημείωνε ο Καστοριάδης. Η αυτονόμηση είναι το πρώτο βήμα για να καταστεί ένας θεσμός αδιαφανής και φυτώριο διαφθοράς, αφού παύει να είναι τόπος σύγκρουσης των κοινωνικών δυνάμεων και, συνεπώς, επιχείρησης αλλαγής των συσχετισμών με δημοκρατικό τρόπο. 

Έτσι, όμως, «καίγονται» οι θεσμοί, «καίγεται» η δημοκρατία, «καίγονται» οι κοινωνίες και οι άνθρωποι μέσα στην πυρά του ολοκληρωτισμού, του φασισμού…