Ο νονός ο μάγος

[ Γεωργία(Γιούλα) Τριγάζη / Ελλάδα / 11.04.18 ]

Κάθε που έφτανε Λαμπρή, το ίδιο «πρόβλημα». Και η ίδια απάντηση. Που όσο ήτανε μικρή, την άφηνε πάντα με ερωτηματικά.

«Θα μου φέρει φέτος λαμπάδα ο νονός;»

«Δεν σου εξήγησα και πέρσι; Ο νονός σου είναι… περίεργος άνθρωπος. Βαφτίζει μόνο! Δώρα δεν κάνει!», της απαντούσε η μάνα της.

Τι φούρκα κι αυτή! Στην άκρη της γλώσσας το είχε πάντα. Τι σόι νονός κι αυτός που βάφτιζε ίσια για να βαφτίζει! Και στη συνέχεια «ένιπτε τας χείρας του». Έβλεπε τ’ αδέρφια της, τα ξαδέρφια της, μέρες που ήταν, επισκέψεις  μεγαλοβδόμαδα, μικροδώρα, και στον πάτο… να και η λαμπάδα. Με τα στολίδια της, τα μπιχλιμπίδια της, τα σεα της και τα μεα της. Ροζ για τα κορίτσια! Γαλανόλευκη για τ’ αγόρια! Βέβαια και κείνη, δεν την άφηνε ρέστη η μάνα της. Την καλύτερη της αγόραζε. Και με Μπάρμπυ –της εποχής-επάνω. Ένα σμπάρο, δυο τρυγόνια δηλαδή. Και λαμπάδα, και δώρο. Αλλά τι τα θες; Δεν έπαυε να μην είναι, «λαμπάδα του νονού»!

Στα εννιά της αποφάσισε να λύσει το μυστήριο. Τι στο καλό. Αν ο Μωάμεθ δεν ήθελε να πάει στο βουνό, θα πήγαινε το βουνό στο Μωάμεθ. Ξηγημένα πράγματα. Έτσι, το Πάσχα εκείνο, το ανακοίνωσε με κάποια επισημότητα.

«Μαμά! Φέτος θα πάω εγώ να γνωρίσω το νονό μου!»

Διέκρινε ωστόσο, την ταραχή, στα μάτια της μητέρας της. Που παρέμεινε όμως, ψύχραιμη.

«Χμμ… Λιγάκι δύσκολο! Ο νονός ο Λύσαντρος χρόνια τώρα, ζει έξω απ’ το χωριό! Δεν έχει… κανονική…  οικογένεια… Και να σου πω και κάτι! Στο χωριό τον έχουνε για… μάγο!»

Αυτό κι αν ήταν. Τόσα χρόνια βέβαια, κάτι είχε πάρει τ’ αυτί της για τον παράξενο, το νονό το Λύσαντρο. Ήξερε, ας πούμε, πως ζούσε κάπου έξω στην εξοχή, ότι και με τους συγγενείς του, κάποιο αδιευκρίνιστο πρόβλημα υπήρχε. Αλλά… Μάγος! Θεός φυλάξοι. Ωστόσο, αυτή η λέξη, σαν την επεξεργάστηκε λιγάκι, ήχησε υπέροχα στ’ αυτιά της, με όλο το μυστήριο και την ιδιαιτερότητα που κουβαλούσε! «Μάγος! Όχι ό,τι κι ό,τι. Υπήρχε ανώτερο απ’ αυτό; Έμπορος, καθηγητής, γιατρός, δικηγόρος! Ποια τέχνη, ποιο επάγγελμα, μπορούσε να σταθεί δίπλα στο… Μάγο; Με μια απλή κίνηση, ο Μάγος θα μπορούσε να τους εκμηδενίσει όλους!»

Για λίγο, η είδηση αυτή, ήταν ό,τι πρέπει. Για να τη γυροφέρει στις παρέες και να κάνει τον… καμπόσο. Ε δε γίνεται. Με μάγο νονό, κάμποση μαγιοσύνη, θα είχε περάσει και στο βαφτιστήρι. Η υποδοχή βέβαια της αναπάντεχης εκδοχής της, δεν είχε και τ’ αναμενόμενα αποτελέσματα από τα υπόλοιπα παιδιά της παρέας. Κάποια -λίγα και καλοπροαίρετα- έδειξαν ενδιαφέρον για την περίπτωση. Οι κοροϊδίες όμως και τα γέλια ήταν περισσότερα.

«Τι μάγος καλέ! Ένας παλιάνθρωπος, που τον έκανε πέρα και η ίδια του η οικογένεια!» Της ξεφούρνισε κάποια στιγμή η Ουρανία. «Τα ’μαθα γω από τη μάνα μου!» Αλλά όσο κι αν πίεσε την Ουρανία για περισσότερες πληροφορίες, δεν έβγαλε συμπέρασμα.

Ήταν δυνατόν! Κάτι που ξαφνικά έπαιρνε μια διάσταση … μεγαλειώδη, αυτόματα να αποκαθηλώνεται, σε κάτι τιποτένιο. Σχεδόν μιαρό. Δεν μπορούσε να το χωνέψει. Όχι τόσο για την ίδια. Για το νονό. Έπρεπε να μάθει. Αλλά οι δικοί της… γρίφος. Και δεν της διέφυγε πως ο μπαμπάς της αγριοκοίταξε τη μαμά της. Σα να την έμεμπτε για κάτι! Η δε μητέρα της κάποια στιγμή την πήρε παράμερα.

«Άκου παιδί μου! –της κάνει-. Σταμάτα ν’ ασχολείσαι με τον νονό το Λύσαντρο. Νονός σου είναι, αλλά είναι μόνος και φτωχός. Δεν μπορεί να κάνει δώρα!»

«Δεν είναι γι αυτό!», φώναξε κείνη. Κι αμέσως μετά «Ήθελα να ’ξερα γιατί με δώσατε να με βαφτίσει, ένας παλιο- παράξενος! Που δεν τον θέλει ούτε το σπίτι του! Και μου λες και μπούρδες αποπάνω! Μάγος και κουραφέξαλα! Και με δουλεύουν και τ’ άλλα παιδιά!».

Η μάνα της έσκυψε το κεφάλι. Στενοχωρημένη είναι η αλήθεια. Την κοίταξε όμως με θάρρος και της είπε. «Σου υπόσχομαι κάποια στιγμή να σου πω. Όχι όμως τώρα».

…………………………………………………………………

Την «αλήθεια», την έμαθε σιγά-σιγά, και με τα χρόνια. Κι όχι ακριβώς από τη μάνα της. Κάποια πράγματα, μαθαίνονται, όταν ξεκινάς να μην ενδιαφέρεσαι πια γι αυτά. Γιατί αυτή, εκείνο το Πάσχα, ορκίστηκε να μην ξαναενδιαφερθεί για νονούς και λαμπάδες. Ίσα-ίσα δε, και για εκδίκηση, ούτε αυτή της μάνας της δεν ξαναδέχτηκε. Έπαιρνε τελευταία στιγμή από τον πάγκο. Μια σκέτη και λευκή.

……………………………………………………………….

Εποχή «επταετίας», τα τσάμικα και τα καλαματιανά, έσκιζαν τον αέρα της οθόνης της ασπρόμαυρης τηλεόρασης, που μοναδικό απόχτημα, τραβούσε σαν κράχτης, το χωριό, στο καφενείο του θείου της.

Όταν μπήκε μέσα ο σκεβρωμένος άντρας, σκυφτός, γερασμένος  πρόωρα, γερμένος στο μπαστούνι, κι έπιασε την πιο απόμερη μεριά -σα για να μην ενοχλεί- κανείς δε γύρισε να τον κοιτάξει. Σίγουρα όμως τον είχαν όλοι δει. Μόνο ο θείος της, ελαφρά ανήσυχος, έκανε κατά τη μεριά του. Με το δίσκο, τη ρακή, και το ποτηράκι. Γιατί γνώριζε την παραγγελιά από πριν. Και γιατί δεν ήθελε ν’ ακουστεί η φωνή του παρείσακτου εκεί μέσα: «Βάλε!», τον πρόσταξε σχεδόν ο άντρας. Και ο θείος της υπάκουα, ή πιθανόν για να ξεμπλέξει το συντομότερο, του άφησε το μπουκάλι παραδίπλα. Ήπιε δυο-τρεις. Ύστερα σηκώθηκε. Και σα για να τον ακούσουν όλοι, βρόντηξε κάτι δραχμές στο τσίγκινο τραπεζάκι. «Τα ρέστα μου!», έκανε. «Χριστός Ανέστη!», αλλά απάντηση δεν πήρε.

……………………………………………………………………

Από την ξαδέρφη της το ίδιο βράδυ, έμαθε πως αυτός ήταν ο περίφημος νονός. Ο Μάγος δηλαδή.

«Η μάνα μου μου είπε να μη στο πω!», έκανε η ξαδέρφη. Ήταν η εποχή της «ομερτά» τότε. Συνηθισμένο αυτό. «Μη μιλάς, μη γελάς».

Κι από τα λόγια της ξαδέρφης ξετυλίχτηκε σιγά-σιγά, το μυστήριο. Ο νονός, ήταν δηλωμένος αριστερός. Από τους «άλλους» δηλαδή. Ξεμεινεμένος του σαρανταεννιά. Συμπολεμιστής, του άλλου αδερφού της μάνας της. Του μεγαλύτερου. Και φονεμένου στα εικοσιοχτώ του. Καμιά σαρανταριά ο νονός τότε. Ήταν αυτός που έφερε τα  μαντάτα του τέλους του, στη δική τους γιαγιά.  Έζησε βέβαια, έκανε τις εξορίες του, και κάποτε γύρισε στο χωριό. Έλα όμως που κι η ίδια η μάνα του τον έκανε πέρα! Χωροφυλάκοι τα δυο του αδέρφια, προκόψανε, κάνανε οικογένεια…  Ο ίδιος όμως, αμετανόητος βρε αδερφέ! Έμεινε και μαγκούφης. Και για να μη φέρει δυσκολία στους δικούς του, κίνησε για το παλιόσπιτο, έξω απ’ το χωριό σε κάτι ρημαδοχτήματα. Κατά κάποιον τρόπο, αυτή τη φορά, επέλεξε την αυτοεξορία του. Δύσκολη η κατάσταση τότε, δεν ήταν για πολλά-πολλά. Ούτε για ένα «γεια σου». Γιατί κι αυτός, ο Λύσαντρος, δεν το ’ραβε το ρημάδι! Σα να λέμε μυαλό δεν έβαζε. Έτσι, ο καθένας στη μεριά του, με τα φαντάσματά του. Η κουμπαριά, ήταν απαίτηση της γιαγιάς της. Γιατί ήθελε κάπως να τιμήσει κάποιον που έζησε με το δικό της το γιο στα τελευταία του.

………………………………………………………………………

Μεγάλωνε και κείνη κι όλο σκεφτόταν την «επίσκεψη» στο νονό το Μάγο. Που δεν έγινε όμως ποτέ.

Κάποιο Πάσχα λοιπόν, του πήγε αυτή τη λαμπάδα. Στην κηδεία του. Λιγοστοί και κει. Μετρημένοι στα δάχτυλα. Κι όταν μερικοί τη ρώτησαν από περιέργεια «Τι γύρευε εκεί», απάντησε: «Έφερα τη λαμπάδα στο νονό μου».