Ο κοροναϊός, ο φόβος, η πειθαρχία και η ταξικότητα

[ ARTI news / Ελλάδα / 11.03.20 ]

Υπάρχει σχέση της ανάπτυξης του κοροναϊού με την καπιταλιστική ανάπτυξη και την ταξικότητα.

Για τον κίνδυνο από μία πανδημία γρίπης κάνει αναφορά στο βιβλίο του ο Αμερικανός ιστορικός Mike Davis (Davis 2005).

Ο Ντέιβις δίνει έμφαση  στην κοινωνική και ταξική διάσταση της πανδημίας του 1918, με τον τεράστιο αριθμό θυμάτων στην Ινδία. Ο τρόπος που τονίζει τη συσχέτιση ανάμεσα σε φτώχια και νοσηρότητα αλλά και θνησιμότητα έχουν ιδιαίτερη αξία:

Η φτώχια, ο υποσιτισμός, η χρόνια νόσος και η παράλληλη ύπαρξη και άλλων λοιμωδών νοσημάτων (co-infection) καθόριζαν σε σημαντικό βαθμό το διαφορετικό τίμημα που η γρίπη του 1918 σήμαινε για διαφορετικούς πληθυσμούς. [...] Αν και το μεγαλύτερο μέρος της φιλολογίας σχετικά με την πανδημία του 1918 έχει επικεντρώσει πάνω στη ασυνήθιστη προτίμησή της για τους νεαρούς ενηλίκους, συμπεριλαμβανομένων των καλοθρεμμένων νεαρών στρατιωτών της Αμερικανικής Εκστρατευτικής Δύναμης στη Γαλλία, εξίσου εντυπωσιακή ήταν η συσχέτιση ανάμεσα στην κοινωνική τάξη και τη θνητότητα (Davis 2005: 30).

Το ίδιο ισχύει και για τον τρόπο που παρουσιάζει τους κοινωνικούς όρους που μπορούν να συμβάλουν κατά τη γνώμη του στην εμφάνιση μιας πανδημίας γρίπης των πτηνών: τα ειδικά χαρακτηριστικά βίαιης καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Κίνα και το Χονγκ Κονγκ αλλά και συνολικά τη Νοτιοανατολική Ασία, την υπερσυσσώρευση πληθυσμού στις σύγχρονες τεράστιες παραγκουπόλεις, το σύγχρονο πρότυπο βιομηχανικής κτηνοτροφίας, την άνιση κατανομή πόρων και υποδομών υγείας, τις μεγάλες συνέπειες των νεοφιλελεύθερων πολιτικών και των συνακόλουθων περικοπών στις κοινωνικές δαπάνες και τις δαπάνες υγείας.

Σ’ αυτό το πλαίσιο η βασική του θέση είναι η εξής: Μέσα στις ειδικές συνθήκες που εμφανίζονται στη Νοτιοανατολική Ασία, τη μεγάλη συγκέντρωση πληθυσμού, τις κακές συνθήκες διαβίωσης και ειδικά τη συνύπαρξη ανθρώπων και ζώων, δημιουργούνται οι δυνατότητες για να λειτουργήσουν οι αναγκαίες μεταλλάξεις στο απόθεμα ιών της γρίπης και να φτιαχτεί ένα πανδημικό στέλεχος που να κάνει το άλμα ανάμεσα στα είδη και να εξαπλωθεί ταχύτατα σε μια ανθρωπότητα που αγνοεί τη σημασία της πρόληψης για μαζικές ασθένειες όπως η γρίπη, δίνει τεράστιους πόρους για τη βιοεπιτήρηση εξωτικών νόσων που υποτίθεται ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε βιολογικά όπλα αλλά όχι στην έγκαιρη παραγωγή εμβολίων και δεν στελεχώνει τους μηχανισμούς έγκαιρης επιτήρησης και αντιμετώπισης επιδημιών. Εν πολλοίς ο σύγχρονος παγκοσμιοποιημένος νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός εκκολάπτει στο εσωτερικό του επιδημιολογικούς Αρμαγεδδώνες… (Arti: Ό,τι ζούμε σήμερα)

Φουκώ: Φόβος, πειθαρχία και ασφάλεια

Πολλές φορές ακούμε να συσχετίζουν τη διασπορά του κοροναϊού με την πειθαρχία του πληθυσμού. Για ποια πειθαρχία αλήθεια πρόκειται; Ο Μ. Φουκώ αναφέρεται στην έννοια της πειθαρχίας ως του συνόλου εκείνων των κανόνων που αφορούν τη ρύθμιση της συμπεριφοράς, της εργασίας, της διαχείρισης του σώματος, της διάταξης των δραστηριοτήτων μέσα στο χώρο. Η πειθαρχία διαμορφώνει τα σώματα και τα παράγει ως τέτοια. Εκεί ο Φουκώ εντάσσει και τους μετασχηματισμούς στη διαχείριση της δημόσιας υγείας. Εντοπίζει την πειθαρχική πλευρά που έχει η οργάνωση των νοσοκομείων, η εξέταση των ασθενών, η κατάταξη υγιών και αρρώστων, η συστηματική παρακολούθηση και απογραφή της υγείας, της νοσηρότητας και της θνητότητας του πληθυσμού και συσχετίζει τη διαμόρφωση μιας «πανοπτικής» αντίληψης της κυριαρχίας με την διαχείριση των μεγάλων επιδημιών στο 17ο αιώνα. Η πειθαρχική αντιμετώπιση των επιδημιών προκύπτει ακριβώς από τη συσχέτιση ανάμεσα στην αποδιάρθρωση από το λοιμό και την αποδιάρθρωση από την εξέγερση:

Ο λοιμός, ως μορφή ταυτόχρονα πραγματική και φαντασιακή της αταξίας, έχει σαν ιατρικό και πολιτικό αντίστοιχο την πειθαρχία. Πίσω από τα πειθαρχικά συστήματα βλέπει κανείς τον εφιάλτη της «μετάδοσης» του λοιμού, των εξεγέρσεων, των εγκλημάτων, της αλητείας, της λιποταξίας, των ανθρώπων που εμφανίζονται και εξαφανίζονται, ζουν και πεθαίνουν μέσα στο χάος (Φουκώ 1989: 262).

Ωστόσο, στο σεμινάριό του στο Collège de France, την ακαδημαϊκή χρονιά 1977-78 (Foucault 2004) ο Φουκώ κάνει μια σημαντική διάκριση ως προς τις βιοπολιτικές πρακτικές, εισάγοντας τη διάκριση ανάμεσα σε πειθαρχία και ασφάλεια. Η πειθαρχία δεν αφήνει τίποτε να της ξεφύγει, ελέγχοντας κάθε πλευρά, ενώ η ασφάλεια κατά κύριο λόγο αφήνει να εξελιχθεί μια διαδικασία, θεωρώντας ότι τελικά στο επίπεδο του πληθυσμού θα έχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Η πειθαρχία στηρίζεται στην αρνητική έννοια του νόμου ως απαγόρευσης και στη σχέση ανάμεσα σε απαγορευμένο και υποχρεωτικό, ενώ η ασφάλεια στηρίζεται στην ίδια την πραγματικότητα και τις τάσεις που αναπτύσσονται εκεί και τις οποίες πρέπει να αφήσουμε να εξελιχτούν, σε μια ιδιότυπη φυσική και τεχνολογία της εξουσίας. Γι’ αυτό και ο Φουκώ συσχετίζει την έννοια της ασφάλειας με το φιλελευθερισμό.

Τη διάκριση αυτή ο Φουκώ την εξετάζει και σε σχέση με τη διαχείριση των επιδημιών. Εάν σε σχέση με τις πειθαρχικές πρακτικές το πρότυπο είναι η αντιμετώπιση των επιδημιών πανώλης στο 17ο αιώνα, όπου εφαρμόστηκε ένα σύνολο πειθαρχικών μέτρων που διαχώριζαν τις πόλεις σε συνοικίες και τετράγωνα, έβαζαν αυστηρούς περιορισμούς στην έξοδο από το σπίτι και την κίνηση, επέβαλαν μορφές επιτήρησης, ο Φουκώ πιστεύει ότι το πρότυπο για τη νέα διαχείριση της ασφάλειας ήταν η αντιμετώπιση της ευλογιάς. Ενώ η αντιμετώπιση της πανώλης στηριζόταν στην πειθαρχική προσπάθεια παρεμπόδισης της εξάπλωσής της, οι πρακτικές ασφάλειας όπως ο δαμαλισμός και ο εμβολιασμός στηρίζονταν στη διαχείριση της ίδιας της πραγματικότητας της ασθένειας, υπό ελεγχόμενες συνθήκες με σκοπό την αποτροπή της πλήρους εκδήλωσής της (Foucault 2004: 61).

Η πειθαρχία και η ασφάλεια είναι δυο τροπικότητες άσκησης πρακτικών εξουσιασμού λειτουργούν συχνά συμπληρωματικά μέσα στους όρους αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας και εκμετάλλευσης. Οι αμιγώς πειθαρχικές πρακτικές αναλαμβάνουν είτε να προλειάνουν το έδαφος για τις διαδικασίες αυθόρμητης συμμόρφωσης, είτε να παρέμβουν στην οριακή περίπτωση. Αυτό μπορεί ακόμη να εξηγήσει γιατί ακόμη και σήμερα, εν μέσω φαινομενικής ηγεμονίας ενός φιλελεύθερου υποδείγματος ο βαθμός και η κλίμακα της κρατικής πειθαρχικής παρέμβασης γιγαντώνεται.

Η πολιτική του φόβου

Η επίσημη διακήρυξη ότι είμαστε αντιμέτωποι με μια πανδημία γρίπης και η έμφαση στην απειλή που αυτή συνιστά, αντικειμενικά δημιουργεί ένα κλίμα φόβου, που αντανακλάται τόσο στο λόγο των επίσημων φορέων, όσο και στη ρητορική των ΜΜΕ. Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι το στοιχείο του φόβου και η διαχείρισή του αποτελούν απλώς αντανακλαστικά σύμμετρα προς την απειλή της πανδημίας. Αντίθετα, καθορίζονται και παίρνουν την ιδιαίτερη φόρτισή τους από τον τρόπο που σήμερα η διαχείριση του φόβου εν γένει αποκτά χαρακτήρα κομβικής πολιτικής στρατηγικής.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι πάνω στη βάση αυτών των φόβων οικοδομείται και μια ολόκληρη αυταρχική μετατόπιση. Μέσα σε συνθήκες νεοφιλελεύθερης στροφής και κλιμάκωσης των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, περιορίζονται οι δυνατότητες απόσπασης συναίνεσης μέσω ικανοποίησης υλικών συμφερόντων. Αυτό οδηγεί σε μια ολοένα και περισσότερο αυταρχική θωράκιση που προσπαθεί να εγγράψει αποτελέσματα πειθάρχησης, απομόνωσης και παθητικοποίησης. Στην ουσία, όμως, επιδιώκεται περισσότερο η γενικότερη μετατόπιση του πεδίου συζήτησης και των όρων άρθρωσης της διαλεκτικής ηγεμονίας /κυριαρχίας παρά η όντως «προληπτική» αντιμετώπιση «αντι-συστημικών» απειλών, δεδομένων και των ηττών του εργατικού κινήματος και της κρίσης της Αριστεράς. Άλλωστε, ο εχθρός όλο και περισσότερο ορίζεται ως ο «άλλος», σε μια προσπάθεια να αποσπαστεί, έστω και παθητικά, μια μορφή συναίνεσης ως προς την υπεράσπιση ενός «εμείς», που στην πραγματικότητα τέμνεται περισσότερο παρά ποτέ από τον ταξικό ανταγωνισμό.

Σ’ αυτή τη στροφή, η διαχείριση του φόβου είναι κομβική, καθώς το ζητούμενο δεν είναι τόσο η θετική καταγραφή της αποτελεσματικής προστασίας, όσο η διαρκής αναπαραγωγή των παραλυτικών αποτελεσμάτων του φόβου και η συνακόλουθη επέκταση αυταρχικών πρακτικών. Παίζοντας και πάλι με τις διακρίσεις του Φουκώ ανάμεσα σε πειθαρχία και ασφάλεια, θα λέγαμε ότι η τρέχουσα διαχείριση του φόβου συνδυάζει τόσο το στοιχείο της πειθαρχίας όσο και αυτό της ασφάλειας, καθώς ουδέποτε φτάνει μέχρι το σημείο του απόλυτου καθησυχασμού. Ένα μέρος του φόβου πρέπει να μένει πάντοτε ανοιχτό, πιθανό να πραγματοποιηθεί, για να μπορέσει να υπάρξει το επιθυμητό αποτέλεσμα εξατομικευμένης πειθάρχησης. Συντελεί σε αυτό η διαρκής υπενθύμιση της πιθανότητας τρομοκρατικού χτυπήματος και η προβολή κινδύνων, υπαρκτών και μη.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει να δει κανείς τη διαχείριση του φόβου σε σχέση με επιδημίες ή ευρύτερους κινδύνους για την υγεία. Σε αντίθεση με τον «ηρωικό» χαρακτήρα μιας συλλογικής μάχης, που μπορεί να έπαιρνε η αντιμετώπιση προηγούμενων επιδημιών (π.χ. η εκστρατεία κατά της πολιομυελίτιδας στη δεκαετία του 1950 ή η εκστρατεία κατά της ευλογιάς), εδώ έχουμε μια ιδιότυπη διαχείριση του βιο-τρόμου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα ιδιαίτερα συχνά σενάρια τρόμου σε σχέση με τον ιό Ebola στη δεκαετία του 1990 (Weldon 2001). Κομβική πλευρά της όλης διαδικασίας αποτελεί η έμφαση στην πιθανότητα βιο-τρομοκρατίας, καθώς και η σύγκλιση των διαδικασιών και πρακτικών αντιμετώπισης επιδημιών (ή άλλων «φυσικών» καταστροφών) και μαζικών τρομοκρατικών επιθέσεων, αλλά και η στρατιωτικοποίηση της πολιτικής προστασίας. Δεν είναι τυχαίο ότι σε αυτό το πλαίσιο υπήρξε μια μετατόπιση και στην αντιμετώπιση του AIDS ως ζητήματος ασφαλείας και όχι απλώς ως πρόκλησης για τις υποδομές δημόσιας υγείας, τάση που ενέχει σοβαρά προβλήματα ως προς την αποτελεσματικότητα της αντιμετώπισης (Elbe 2005).

Ρατσισμός και καραντίνες

Στο ίδιο πλαίσιο της ιδεολογικής διαχείρισης του φόβου μπορούμε να δούμε και τη μεγάλη συσχέτιση ανάμεσα σε μεταδοτικές ασθένειες και ρατσισμό. Αυτό παίρνει τη μορφή της απόδοσης ιδιαίτερων επιδημιολογικών κινδύνων σε συγκεκριμένες κοινωνικές ή εθνικές ομάδες. Ο στιγματισμός της ομοφυλοφιλίας σε σχέση με το AIDS είναι ένα από τα πρώτα παραδείγματα που έρχονται στο νου. Υπάρχουν, όμως, και άλλα παραδείγματα ρατσιστικής αντιμετώπισης μεγάλων εθνικών κατηγοριών ως σχετιζόμενων με τη μετάδοση συγκεκριμένων νόσων. Αυτό δεν είναι κάτι το καινοφανές. Ο σχεδιασμός των καραντινών από το 19ο αιώνα και μετά είχε και σαφείς γεωπολιτικές επιδιώξεις, π.χ. στην ιδιαίτερη πίεση προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία να αντιμετωπίσει τις επιδημίες, ιδίως χολέρας, που ξεκινούσαν από τα εδάφη της, ενώ ούτως ή άλλως η καραντίνα αποτελούσε κομβική πλευρά της ίδιας της έννοιας των συνόρων (Zylberman 2006). Ο ρατσιστικός διαχωρισμός Ευρωπαίων και ιθαγενών στις αποικιακές περιοχές επίσης δικαιολογήθηκε στο πλαίσιο μέτρων προστασίας της υγείας (Stern 2006), ενώ συλλήβδην αποδόθηκε στους Κινέζους η αιτία της έξαρσης κρουσμάτων πανώλης στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού (Zhang 2005). Έτσι σήμερα έχουμε την αντιμετώπιση των μαύρων Αφρικανών ως δυνητικών φορέων AIDS (Elbe 2005), ενώ σε πολλές χώρες η είσοδος μεταναστών από χώρες του Τρίτου Κόσμου προϋποθέτει και εκτεταμένες προκαταβολικές υποχρεωτικές ιατρικές εξετάσεις (που δεν είναι συνήθως υποχρεωτικές για τους πολίτες των ίδιων των δυτικών χωρών) που νομιμοποιούνται από την τοποθέτηση ότι όσοι προέρχονται από αυτές τις χώρες αποτελούν εν δυνάμει κίνδυνο για τη υγεία του «έθνους» (Convery et al 2006· Mawani 2006). Αντίστοιχα, οι βίαιες εκδιώξεις μεταναστών από κτίρια του κέντρου της Αθήνας το καλοκαίρι του 2009 δικαιολογήθηκαν από τους υπευθύνους από την ανάγκη προστασίας της «δημόσιας υγείας». Προσοχή: όχι της υγείας των ίδιων των μεταναστών και των προσφύγων που υφίστανται τις άθλιες συνθήκες, αλλά της δημόσιας υγείας, της υγείας του υπόλοιπου πληθυσμού.

Κοινωνίες του φόβου – κοινωνίες της ασφάλειας και της επιτήρησης

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το υποβόσκον πολιτικό σκεπτικό γίνεται περισσότερο από προφανές. Ολόκληρη η τρέχουσα προσπάθεια αυταρχικής στροφής δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί χωρίς στην καταφυγή στην επίκληση ενός ευρύτερου φάσματος αιτιών που να δικαιολογούν αυτό το φόβο. Ταυτόχρονα, η διαμόρφωση ενός ολόκληρου φάσματος από μηχανισμούς, εξειδικευμένους φορείς, «σχέδια έκτακτης ανάγκης» για την αυταρχική αντιμετώπιση, σημαίνει και μια ανάλογη ετοιμότητα για αντίστοιχες πρακτικές. Η αυταρχική αναδίπλωση οδηγεί το σύνολο των σχεδιασμών να αντιμετωπίζουν κάθε έκτακτη περίσταση ως μια ευκαιρία για τη δοκιμασία μαζικών κατασταλτικών πρακτικών(Arti: Δες και το άρθρο για την «στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας» λόγω του κοροναϊού). Ενδιαφέρον έχει εδώ και η ιδιότυπη ιδεολογική προβολή ότι οποιαδήποτε έκτακτη περίσταση θα οδηγήσει σε μια εικόνα γενικευμένης ανομίας, έστω και εάν αυτή η εικόνα δεν έχει επιβεβαιωθεί… Αυτή η εικόνα μιας κοινωνίας που με το παραμικρό είναι έτοιμη να επανακάμψει σε μια προ-κοινωνική κατάσταση «πολέμου όλων εναντίον όλων» δεν είναι μόνο μια ακραία προβολή ενός επιθετικού νεοφιλελευθερισμού που προκαταβολικά αρνείται τη δυνατότητα ανάδυσης πρακτικών αλληλεγγύης και συλλογικής αντιμετώπισης προβλημάτων, αλλά και μια ιδιαίτερα βολική νομιμοποίηση πρακτικών πειθάρχησης και επιτήρησης. Ειδικά η έννοια της επιτήρησης, σε όλο το φάσμα της από την εγκατάσταση περίπλοκων τεχνικών παρακολούθησης έως την προσπάθεια για εσωτερίκευση της προσταγής για αναφορά οποιουδήποτε υπόπτου περιστατικού ή συμπτώματος, έρχεται να συμπληρώσει αυτή τη βαθιά συντηρητική εικόνα μιας κοινωνίας που δεν μπορεί να προστατευτεί από τον εαυτό της.

Επιπλέον, όλη αυτή η υπερπροβολή του στοιχείου του φόβου επιτρέπει στο στοιχείο της ασφάλειας και τη δυνατότητα ενός κράτους που θα εγγυάται αυτή την ασφάλεια να γίνονται ένα βασικό πεδίο απόσπασης συναίνεσης. Και δεδομένου ότι στην πραγματικότητα τα ίδια τα μέτρα ασφάλειας μικρή επίπτωση έχουν ως προς τις απειλές τις οποίες υποτίθεται ότι αντιμετωπίζουν – π.χ. όσο εκτεταμένες και εάν είναι οι απειλές που χαρακτηρίζονται ως «τρομοκρατικές» ποτέ δεν έφτασαν σε μια πραγματικά αποσταθεροποιητική κλίμακα – ανάγεται σε στοιχείο απόσπασης συναίνεσης η ίδια η ικανότητα διάταξης του σχετικού μηχανισμού και των μέσων του. Ο Zygmunt Bauman έχει περιγράψει ιδιαίτερα γλαφυρά την αναδίπλωση στην πολιτική του φόβου ως του μόνου εναπομείναντος πεδίου απόσπασης συναίνεσης, αλλά και τον τρόπο που τελικά όλες οι εκδοχές απειλών τελικά μπορούν να αναχθούν σε μετωνυμίες του εσωτερικού εχθρού μέσα σε κοινωνίες που χαρακτηρίζονται από όλο και μεγαλύτερη πόλωση:

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, πρέπει επειγόντως να βρεθεί μια εναλλακτική νομιμοποίηση της κρατικής εξουσίας [...] διόλου παράξενο που σήμερα αυτή αναζητείται στην προστασία από κινδύνους κατά της προσωπικής ακεραιότητας. Στην πολιτική μεθοδολογία του κράτους πολιτικής προστασίας, το φάσμα ενός αβέβαιου μέλλοντος και της κοινωνικής υποβάθμισης, εναντίον των οποίων ορκίστηκε να διασφαλίσει τους πολίτες του το πάλαι ποτέ κοινωνικό κράτος πριν από όχι και τόσο πολύ καιρό, αντικαθίσταται σταδιακά αλλά με συνέπεια από την απειλή ενός ασύλληπτου παιδεραστή, ενός κατά συρροή δολοφόνου, ενός ενοχλητικού ζητιάνου, ληστή, κυνηγού, άρπαγα, δηλητηριαστή νερού ή τροφίμων, τρομοκράτη: ή ακόμη καλύτερα, από όλες τις απειλές αυτού του είδους στην οικονομική συσκευασία μίας από τις δυνητικά εναλλάξιμες παραστάσεις της εγχώριας κατώτατης τάξης και του παράνομου μετανάστη – ενός σώματος ξένου από γεννήσεως μέχρι θανάτου και ενός πάντοτε δυνητικού «εσωτερικού εχθρού» εναντίον του οποίου το κράτος ασφαλείας υπόσχεται να υπερασπίσει τους υπηκόους του με νύχια και με δόντια (Bauman 2007: 198-99).

Το υλικό αντλήθηκε από άρθρο του Παναγιώτη Σωτήρη στο περιοδικό ΘΕΣΕΙΣ(Δεκ. 2009). Η επεξεργασία έγινε από το Artinews.gr