Ουόλτ Ουίτμαν: Το μόνο που θέλω ρε, είναι να ζήσω κάθε μου στιγμή

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Κόσμος / 31.05.18 ]

Στις 26 Μαρτίου 1892 ο Ουίτμαν κηδεύεται χωρίς ιερέα. Σύμφωνα με την επιθυμία του, στην ταφόπλακα γράφονται οι στίχοι του:

 «Το βάθρο μου είναι στερεωμένο και σφηνωμένο σε γρανίτη,

Περιγελώ αυτό που εσείς ονομάζετε αποσύνθεση,

Και ξέρω την έκταση του χρόνου.

Το μόνο που θέλω είναι να βρω το νησί μου...

Εκεί θα κάνω τις στιγμές ευτυχίας καθημερινότητα, εκεί θα διώξω τα ''θέλω'', εκεί θα βρω κάθε μου ναι και όχι, εκεί θα ''ζήσω'' κάθε μου θάνατο, εκεί θα αφήσω εμένα ελεύθερο. Το μόνο που θέλω είναι να με βρω

Το μόνο που θέλω ρε, είναι να ζήσω κάθε μου στιγμή και να μην καταλήξω δυο ημερομηνίες με μια παύλα ανάμεσα...

Ζητώ πολλά;»

Δήλωνε «σύντροφος και συνοδοιπόρος των ανθρώπων, όλοι το ίδιο αθάνατοι και / ανεξήγητοι όπως κι εγώ, / (δεν ξέρουν πόσο αθάνατοι, αλλά εγώ το ξέρω)».

Θέλησε να δώσει μια δική του εκδοχή του αμερικανικού ονείρου και η ποίησή του εξυμνεί τη Φύση και τον Άνθρωπο, τον έρωτα και τη ζωή. Δικαίως θεωρείται ο θεμελιωτής της αμερικανικής ποίησης.

Γεννήθηκε το 1819 στη Νέα Υόρκη και ήταν ο δεύτερος γιος μιας οικογένειας με εννέα παιδιά. Από την ηλικία των δώδεκα ετών, εργάζεται στο γραφείο ενός δικηγόρου και στα δεκατέσσερά του γίνεται μαθητευόμενος σε τυπογραφείο. Το 1835 δουλεύει ως δάσκαλος. Το 1849, επικεφαλής ενός μικρού τυπογραφείου, εκδίδει την εφημερίδα Freeman. Τον επόμενο χρόνο  γίνεται μαραγκός, χτίζοντας σπίτια που αργότερα πουλά. Την περίοδο του αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου ο Ουίτμαν εργάζεται ως εθελοντής νοσοκόμος και περιθάλπει τραυματισμένους στρατιώτες κυρίως στην περιοχή της Ουάσινγκτον. Με το τέλος του πολέμου διορίζεται στο Υπουργείο Εσωτερικών και ειδικότερα στο τμήμα Υποθέσεων των Ινδιάνων. Βαθιά επηρεασμένος από τις θεωρίες του Ραλφ Ουάλντο Έμερσον, το 1854 επεξεργάζεται την πρώτη του ποιητική συλλογή Φύλλα Χλόης (Leaves of Grass), η οποία εκδίδεται το 1855 με προσωπικά του έξοδα. Στην αρχική έκδοση δεν υπήρχε το όνομα του ποιητή, παρά μόνο μια νύξη στο σώμα του κειμένου:

«Walt Whitman, ένας Αμερικανός, ένας από τους άξεστους, ένας κόσμος, ρέμπελος, σαρκικός, και αισθησιακός, όχι αισθηματίας, όχι στεκόμενος πάνω από τους άντρες ή τις γυναίκες ή χώρια από αυτούς, όχι περισσότερο μετριοπαθής απ' όσο αλαζόνας». Σε αυτή την πρώτη έκδοση της, η συλλογή περιλαμβάνει δώδεκα  άτιτλα ποιήματα και παίρνει αρνητικές κριτικές ενώ πωλείται τελικά μόλις ένα αντίτυπο. Το καλοκαίρι του 1866, ο Ουίτμαν επεξεργάζεται την τέταρτη έκδοση των Φύλλων Χλόης που δημοσιεύεται τελικά το 1867 με προσωπικά του έξοδα. Ακολουθούν άλλες τέσσερις εκδόσεις και το 1891 η τελευταία κατά σειρά που περιλαμβάνει περισσότερα από τετρακόσια ποιήματα, ενώ παράλληλα συνοδεύεται από μία ευρύτερη αποδοχή του Ουίτμαν.

Ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα γράφει για αυτόν:

[..]

Ούτε για μια στιγμή μονάχα, όμορφε γέρο Ουόλτ Ουίτμαν,

δεν έπαψα να βλέπω τη γενειάδα σου γεμάτη πεταλούδες,

ούτε τους βελουδένιους ώμους σου

τους ξεφτισμένους από τη σελήνη,

ούτε και τους μηρούς σου του παρθενικού Απόλλωνα,

ούτε και τη φωνή σου όπως μια κολόνα στάχτης·

γέροντα όμορφε όπως η ομίχλη,

που στέναζες ίδιος μ’ ένα πουλί

με το φύλο τρυπημένο από μια καρφίτσα,

εχθρέ του σάτυρου,

εχθρέ του αμπελιού,

κι εραστή των κορμιών κάτω απ’ το τσαλακωμένο ύφασμα.

 [..]

Κοιμήσου: τίποτα δε μένει.

Ένας χορός των τοίχων ερεθίζει τα λιβάδια

κι η Αμερική πνίγεται σε μηχανές και θρήνο.

Θέλω ο δυνατός αέρας από την πιο βαθιά τη νύχτα

να πάρει άνθη και γράμματα απ’ την αψίδα όπου κοιμάσαι,

κι ένα νεγράκι ν’ αναγγείλει στους χρυσούς λευκούς

τον ερχομό της βασιλείας του σταχυού.(Ωδή στον Γουόλτ Γουίτμαν)

 Ο Ουίτμαν είναι αρχετυπικός ποιητής, μέσα στους πιο μεγάλους το κόσμου, «ένας Ταξιδευτής σκέψεων και χρόνων—ειρήνης και πολέμων» που μας ταξίδεψε χρόνια μπροστά.

Όλο σχεδόν το ποιητικό έργο του Ουίτμαν διαπνέεται από την αναζήτηση του αυτοπροσδιορισμού: «Είμαι ο ποιητής του Σώματος και είμαι ο ποιητής της Ψυχής,

Οι απολαύσεις του παραδείσου είναι μαζί μου και οι οδύνες της κόλασης είναι μαζί

μου, Τις πρώτες τις ενοφθαλμίζω και τις πληθαίνω πάνω μου, τις δεύτερες τις

μεταφράζω σε μια νέα γλώσσα»(Ουώλτ Ουίτμαν, Το τραγούδι του εαυτού μου, μτφ. Ζωή Νικολοπούλου, εκδ. Ηριδανός).

Η ζωή μας είναι  και θέμα επιλογής, μια αέναη κατασκευή από τη στιγμή που γεννηθήκαμε, μέχρι τη στιγμή που θα πεθάνουμε,  μια κατασκευή που συνδυάζει την αλήθεια και  τη μυθοπλασία. Η  αντικειμενικότητα και η αλήθεια λειτουργούν ως μύθευμα  στην υπηρεσία της αυθεντικότητας.  Πρόκειται για την de facto αλήθεια του κατασκευαστικού ψέματος, την αληθινή τέχνη της ζωής μακριά από τις κοινοτοπίες και τις αξίες των άλλων.

Ο Ουίτμαν χτυπάει τον Πουριτανισμό δηλώνοντας «Έκλυτος καλύτερα παρά ενάρετος από συμμόρφωση ή φόβο», ή όταν θα πει ότι ο ίδιος είναι όλοι οι διωκόμενοι μαζί, η "μάγισσα" μάνα που την καίνε μπροστά στο παιδί της, η κουάκερη και ο σκλάβος, ο Ινδιάνος, όλοι. Ο ποιητής προτείνει τον δικό του, πρώτο Πραγματισμό, αφήνοντας το Θεό και το θάνατο έξω από την ανθρώπινη περιέργεια. «Γιατί να επιθυμώ τον Θεό καλύτερα από αυτή τη μέρα;», αυτό είναι το ερώτημα που ωθεί στην Πράξη, στη Ζωή. Άδραξε τη μέρα, λοιπόν. Η Ζωή είναι εδώ και τώρα. Η Ζωή είναι το άπαν (όπως και στον Τζιάκομο Λεοπάρντι), είναι συνεχής και αθάνατη, αφού η Ζωή είναι «τα απομεινάρια πολλών θανάτων», είναι αυτό που βρίσκεται κάτω από το πέλμα του παπουτσιού μας, ο θάνατος που γίνεται χλόη, το κάθε βλαστάρι που σημαίνει τη Ζωή. Όσο για τον άνθρωπο, για τον Αμερικανό άνθρωπο, αυτός παραμένει «αμετάφραστος» και συνεχώς αντιφάσκων: «Αντιφάσκω; Πολύ καλά τότε, αντιφάσκω,/ (Είμαι ευρύς, περικλείω άφθονα.)»...