Οι πρώτες μας εμπειρίες

[ Φοίβος Γκικόπουλος / Ελλάδα / 08.11.18 ]

                Καθισμένος αναπαυτικά στο καρεκλάκι του, ο μικρούλης γελά χαρούμενος. Μπροστά του, βρίσκεται ένα μικρό αρκουδάκι από μαλακό ύφασμα. Ο μπέμπης δεν είδε ποτέ αρκούδες, κανείς δεν τις βλέπει εκτός από τον κινηματογράφο, και γι’ αυτόν εκείνο είναι ένα μαλακό, καθησυχαστικό «πράγμα». Ξαφνικά, με μια αδέξια κίνηση, ο μπέμπης σκουντά με το χεράκι του το παιχνίδι και το ρίχνει κάτω∙ έτοιμη η μητέρα του το παίρνει από το πάτωμα, το ξεσκονίζει και το ξαναβάζει στο καρεκλάκι. Αμέσως ο μικρούλης αναστατώνεται, χειρονομεί, καταφέρνει να σπρώξει το αντικείμενο και να το ξαναρίξει. Πάλι από την αρχή η μητέρα το μαζεύει και τον μαλώνει με ένα αγαπησιάρικο βλέμμα∙ να όμως που η σκηνή επαναλαμβάνεται, όλο και πιο γρήγορα, λες και το παιδάκι καταλαμβάνεται από μια χαρωπή και καταστροφική φρενίτιδα. Στο τέλος η μητέρα χάνει την υπομονή της, βάζει τις φωνές, σχεδόν με κλάματα στα μάτια: σκέφτεται, χωρίς να το ομολογήσει στον εαυτό της, ότι ο μικρούλης την κοροϊδεύει, ότι δεν συμμερίζεται τον πόνο που έχει στη μέση της, ότι ίσως είναι «κακό παιδί». Και ήδη το βλέπει, με άγχος, στο μέλλον, να γυρνάει αργά το βράδυ, λίγο ζαλισμένο απ’ το πιοτό, συντροφιά με «κακά» κορίτσια, να βρίζει και ν’ αυθαδιάζει.    

                Αντίθετα θα πρέπει να αντιλαμβάνεται, με θαυμασμό και έκπληξη, ότι ο γιος της εκείνη τη στιγμή είναι ένας καταπληκτικός εξερευνητής του άγνωστου. Ταυτόχρονα, Κοπέρνικος και Νεύτων, επιστήμονας και αστροναύτης. Πρώτα κατά τύχη, μετά στην ευτυχισμένη συνθήκη του παιχνιδιού, τέλος με τις ακριβείς και επαναλαμβανόμενες συντεταγμένες της δουλειάς, ο μικρός άνθρωπος, ανίκανος ακόμη να μιλήσει, να τραφεί, να σταθεί στα πόδια του, ήδη διευθύνει σύνθετες μυϊκές κινήσεις, προβάλλει πράξεις πάνω στο περιβάλλον που τον περιβάλλει, ανακαλύπτει την αμείλικτη σχέση ανάμεσα σε κάποιες χειρονομίες και κάποιες συνέπειες, ανάμεσα στη σύγκρουση και την πτώση: με δυο λέξεις, ανακαλύπτει ότι η θέληση μεταφρασμένη σε πράξη αλλάζει τον κόσμο.

                Δεν μιλώ για βρεφοκομία, τέχνη ή επιστήμη με την οποία δεν έχω καμία σχέση, αλλά για το πρόβλημα της αιτίας και του αιτιατού: ένα πρόβλημα παμπάλαιο και δυσνόητο, αντίθετα όμως αποφασιστικό για οποιαδήποτε συζήτηση γύρω από τον άνθρωπο και την τύχη του πάνω στη γη. Ν’ ανακαλύπτεις ότι μια κάποια χειρονομία –πίεση, κρούση, ρήξη- αντιστοιχεί σε μια αναπόφευκτη συνέπεια, αναλογική και αμετάβλητη, αποτελεί μια πρώιμη και εκπαιδευτική εμπειρία, μια από τις κατηγορίες που μας τοποθετούν μπροστά στο φυσικό σύμπαν για να προσπαθήσουμε να το ερμηνεύσουμε και να το δαμάσουμε.   

                Εκείνη η παιδική εμπειρία, που θα μας συνοδεύει και θα μας οδηγεί σε όλη μας τη ζωή, αποτελεί, σε γενικές γραμμές, μόνο μια σύμπτωση και μόνο επιφανειακά επαναλαμβανόμενη, που βασίζεται στο γεγονός ότι η αρκούδα είναι αρκετά μεγάλη και η χειρονομία αρκετά βίαιη. Παραμένει το γεγονός ότι η αρχή της αιτίας αποκλείει την αρχή της ελευθερίας, ενώ η αρχή του τυχαίου αποκλείει την αρχή της υπευθυνότητας.

                Εν τω μεταξύ, όσο γράφαμε αυτές τις σειρές, ο μικρούλης έριξε για άλλη μια φορά το αρκουδάκι του στο πάτωμα. Η μητέρα του, γαλήνια, τον αγκαλιάζει. Τελικά, εκείνο που έχει σημασία, δεν είναι να βρεις τις βεβαιότητές σου, αλλά να συνεχίσεις να ψάχνεις με ακούραστη επιμονή. Και να συνεχίσεις να αγαπάς.

*Ο Φοίβος Γκικόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ