Οι Πέρσυ Γουέτμορ στη Μόρια

[ Δημήτρης Χριστόπουλος / Ελλάδα / 08.02.20 ]

Διαβάζω τον «Θρυμματισμένο κόσμο» του Καστοριάδη (Ύψιλον, 1982, σελ. 32). Αναρωτιέται ο συγγραφέας για τη φύση του ρατσισμού και την ανθεκτικότητά του στον ορθό λόγο. «Ο ρατσισμός», λέει, «είναι μια αποφυάδα ή μία μεταμόρφωση, ιδιαίτερα οξεία και παροξυστική, μια τερατώδης ειδοποιία ενός σχεδόν καθολικού χαρακτήρα των ανθρώπινων κοινωνιών. Πρόκειται για την καταφανή ανικανότητα της συγκροτήσεώς μας ως εαυτών χωρίς αποκλεισμό του άλλου, και για την καταφανή ανικανότητα να αποκλείουμε τον Άλλο, χωρίς να τον υποτιμούμε και εντέλει να τον μισούμε».

Κλείνω το βιβλίο και βλέπω για πολλοστή φορά το «Πράσινο μίλι», σε σκηνοθεσία και σενάριο του Φρανκ Ντάραμποντ, μεταφορά του ομότιτλου μυθιστορήματος (1996) του Στίβεν Κινγκ. Προσπαθώ να επικεντρωθώ στη σαδιστική συμπεριφορά του δεσμοφύλακα Πέρσυ Γουέτμορ. Είναι ιδιαίτερα βίαιος απέναντι στον κρατούμενο Ντελακρουά, σπάει τα δάχτυλα του Ντελ με το κοντάρι του, σκοτώνει με το πόδι του ένα ποντίκι που ονομάζεται Μίστερ Τζινγκλς, το οποίο ο Ντελ είχε υιοθετήσει, τον αποκαλεί συνεχώς ένα γκέι σκουλήκι και τελικά σαμποτάρει την εκτέλεσή του μέσω της απόφασής του να μην βρέξει το σφουγγάρι που χρησιμοποιούνταν για να μεταφερθεί η ηλεκτρική ενέργεια στο κεφάλι του Ντελ. Ο Ντελ πεθαίνει ουρλιάζοντας.

Pause. Πόσους, στ’ αλήθεια, Πέρσυ Γουέτμορ αντέχει το στομάχι μας; Πόση ματσίλα και «ελληνοφροσύνη» χρειάζεται να ξοδέψουμε για να ενισχύσουμε το ένστικτο της εδαφικότητας; Όποιος, λέει, δεν ανήκει στον σκατένιο μικρόκοσμό μας, υποθάλπει τον αφανισμό μας, αυτόματα γίνεται μισητός εχθρός, ύπαρξη που δεν αξίζει να ζήσει. Μόνο έτσι θα διαφυλάξουμε την «ιερή» μας κοινότητα, θα ορθώσουμε σύνορα, στη θάλασσα και στη στεριά, για να σαπίσουμε στο ξύλο οποιονδήποτε και οτιδήποτε αποκλίνει από το πανίσχυρο ιδεώδες της πλειονότητας.

Δεν ξέρω πόσο δίκιο έχει ο Καστοριάδης. Αν το κακό έχει βαθύτερα τις ρίζες του. Αν το πρωτόγονο σκοταδιστικό ένστικτο καιροφυλακτεί για να προβάλει ρωμαλέο από την μαύρη τρύπα του. Γι’ αυτό ολοένα κακοφορμίζει η πληγή. Γι’ αυτό δυναμώνει το μίσος ενάντια στον ξένο, τον απόκληρο, τον παρία, τον πεινασμένο που ενσαρκώνει όλα τα ομολογημένα και –κυρίως- ανομολόγητα κρίματά μας· σαν σωσίβιο αυτοπροστασίας από το πλέγμα της ενοχής το μίσος επιπολάζει. Τα θύματα του ρατσισμού ανέκαθεν αποτελούν αποκυήματα φαντασιωτικής προφύλαξης ή διάκρισης, στο όνομα διαφύλαξης της ταυτότητας τού «εμείς» από κάθε εισβολή.

Η ιστορία μάς έχει διδάξει πως σε κρίσιμες περιόδους είναι ανακουφιστικό να βρίσκεις εύκολους στόχους για να μεταθέτεις σ’ αυτούς το φορτίο μιας αδυσώπητης πραγματικότητας. Η φοβική στάση μιας ολόκληρης γενιάς που βγήκε από τη δεκαετία της κρίσης γιγαντώνεται, πλάι, ωστόσο, σε αθόρυβες πράξεις καθημερινής αλληλεγγύης που δεν βρίσκουν ορατότητα ή ενίοτε και συκοφαντούνται ως ρομαντικός ακτιβισμός.

Όχι. Το κακό δεν έρχεται απέξω. Όσο ανακουφιστικό κι αν ακούγεται. Μέσα μας κυοφορείται και δείχνει τα δόντια του. Αν δεν αλλάξουμε μυαλά, πολύ φοβάμαι πως η γενιά των millennials κάθε μέρα, όλο και περισσότερο, θα μοιάζει στον Πέρσυ Γουέτμορ, επιβεβαιώνοντας την άποψη, πως ο ρατσισμός είναι η διαστροφή του ομιλούντος ζώου. Στη Μόρια και αλλού. Ο ρατσισμός είχε πει ο Ντεριντά «δηλώνει, γράφει, εγγράφει, προγράφει· σύστημα στιγμάτων ιχνογραφεί τους τόπους, για να ορίσει περιορισμό κατ’ οίκον ή για να κλείσει τα σύνορα. Δεν διακρίνει· εισάγει διακρίσεις». Το μίσος είναι μεταδοτικό. Και θανατηφόρο. Αλλά και πολιτικά χρήσιμο.

*Η φωτογραφία είναι του Μ. Λαγουτάρη