Οι κινητοποιήσεις για την ατμοσφαιρική ρύπανση στην Τούζλα

[ Σίμος Ανδρονίδης / Κόσμος / 20.01.20 ]

Στην πόλη Τούζλα της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, έλαβε χώρα την περασμένη Τετάρτη μία διαδήλωση ενάντια στα υψηλά επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης που υπάρχουν στην περιοχή,[1] και, σε ένα δεύτερο επίπεδο, για την λήψη μέτρων για την ουσιαστική προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας των κατοίκων της περιοχής, θεματική με την οποία καταπιάνεται και η, όπως διαφαίνεται νέα Πρόεδρος της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά σε  άρθρο στην εφημερίδα 'Τα Νέα' ο Ηλίας Κανέλλης.

 Όπως διαβάζουμε σχετικά στην ενημερωτική ιστοσελίδα "Αλτερτες", που εν προκειμένω, εντάσσει την όλη διαμαρτυρία σε ένα ευρύτερο Βοσνιακό-Βαλκανικό πλαίσιο, «οι πόλεις της Βοσνίας, με την πρωτεύουσα Σαράγεβο στην κορυφή, βρίσκονται στις υψηλότερες θέσεις στις λίστες των πιο ρυπασμένων πόλεων του κόσμου, μαζί με τις πρωτεύουσες των γειτονικών χωρών της Σερβίας, του Κοσόβου και της Βόρειας Μακεδονίας. Οι περισσότερες χώρες των δυτικών Βαλκανίων ηλεκτροδοτούνται ακόμα από παρωχημένες λιγνιτικές μονάδες της σοσιαλιστικής περιόδου, ενώ ένας αυξανόμενος αριθμός φτωχοποιημένων ανθρώπων καίνε κάρβουνο για θέρμανση το χειμώνα και οι δρόμοι είναι γεμάτοι από οχήματα παλιάς τεχνολογίας, αυξάνοντας το επίπεδο της ρύπανσης. Δεν υπήρξε άμεση απάντηση από πλευράς της τοπικής κυβέρνησης της Τούζλα, αλλά εξέδωσε οδηγίες στους πολίτες, ειδικά σε ευπαθείς ομάδες όπως παιδιά και εγκύους, να μείνουν σπίτια τους λόγω της επικίνδυνης ατμοσφαιρικής ρύπανσης.

 Η κυβέρνηση του καντονιού του Σαράγεβο προγραμματίζει έκτακτη σύσκεψη την Παρασκευή για να συζητήσει τη λήψη περαιτέρω μέτρων για την ανάσχεση της ρύπανσης. Κήρυξε την περιοχή σε «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» για το σαββατοκύριακο, απαγορεύοντας την κυκλοφορία σε κάποια οχήματα και προειδοποιώντας τους πολίτες να μείνουν σε εσωτερικούς χώρους ή να μετακινηθούν στα γύρω βουνά.  Οι διαδηλωτές της Τούζλα, οργανωμένοι από 15 ΜΚΟ, κρατούσαν ένα πανό που έγραφε «Θέλουμε να αναπνεύσουμε και με τα δυο πνευμόνια».[2]

 Δύναται να αναφέρουμε πως, η όλη κινητοποίηση στη Βοσνία (Τούζλα) και το 'ρεπερτόριο' διαμαρτυρίας που αναπτύσσεται δεν ενσκήπτει 'εν κενώ,' ή αλλιώς, διαφορετικά ειπωμένο, δεν καθίσταται 'μεμονωμένη' περίπτωση, 'ενσάρκωση' ενός Βαλκανικού τύπου, 'εξαιρετισμού, αλλά, αντιθέτως, εντάσσεται και παράλληλα τροφοδοτείται από αυτό που o Στερν αποκαλεί ως «περιβαλλοντικό ακτιβισμό» έτσι όπως αρθρώνεται την τελευταία περίοδο, θέτοντας ως εμπρόθετα προτάγματα, αφενός μεν την ανάδειξη των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης σε πλανητικό επίπεδο (βλέπε τις πυρκαγιές στον Αμαζόνιο και στην Αυστραλία), αφετέρου δε, την πρόσληψη του περιβάλλοντος ως 'αγαθού προς προστασία', η υπεράσπιση του οποίου τονίζεται γενεακά: 'αυτή που θα πληγεί περισσότερο εάν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, θα είναι η επόμενη γενεά.'

 Οργανώσεις και κινήματα συγκροτούνται γύρω από αυτή την θεματική που δύναται να συναρθρώσει το φιλο-περιβαλλοντικό υπόδειγμα με την αναζήτηση βιώσιμων μοντέλων ανάπτυξης (σε μία συγκυρία αναφοράς και της ίδιας εναλλακτικής στρατηγικής του 'οικοσοσιαλισμού'), ενώ, εάν επιμείνουμε στην αναλυτική του Stern, τότε θα επισημάνουμε ένα διακριτό χαρακτηριστικό αυτής της συγκεκριμένα οικολογικής δράσης που είναι η «ενεργός συμμετοχή σε περιβαλλοντικές οργανώσεις και κινήματα».

Στη Βοσνιακή περίπτωση, η ακτιβιστική δράση προσδιορίζεται 'φορτισμένα' από το τοπικό (ο «τοπικός χαρακτήρας» του κινήματος, κατά τον Τσ. Τίλλυ), πρότυπο οικονομικής ανάπτυξης και ηλεκτροπαραγωγής που έχει ως βάση την εκμετάλλευση του λιγνίτη (ας θυμηθούμε και το ελληνικό υπόδειγμα/ ΔΕΗ), που αντλεί από την περίοδο της Ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, από εγχειρήματα εντατικής εκμετάλλευσης της γης και των πόρων της, αναδεικνύει το πλαίσιο της ενεργειακής 'φτώχειας' που συνδέεται και με την χρησιμοποίηση κάρβουνου για θέρμανση, δίχως να απουσιάζει η σημαίνουσα διάσταση των επιπτώσεων από την συστηματική πολιτική της 'λιγνιτοποίησης,' άξονας γύρω από τον οποίο κινείται η κινητοποίηση.

«Θέλουμε να αναπνεύσουμε και με τα δυο πνευμόνια», αναφέρεται σε πανό των διαδηλωτών, στο εγκάρσιο σημείο όπου και αναπαρίσταται ο συνεχόμενος 'κίνδυνος' για την δημόσια υγεία, όσο και η επιβάρυνση που ήδη υφίστανται οι κάτοικοι της περιοχής, θέτοντας ως κοινωνικό-πολιτικό σημείο αναφοράς, την επιθυμία για 'αέρα,' ήτοι για 'υγεία’ και ασφάλεια,  ζήτημα που πλέον τίθεται επιτακτικά και από την ιατρική κοινότητα: «Οι γιατροί προειδοποιούν ότι οι αναπνευστικές ασθένειες βρίσκονται σε συνεχή αύξηση, ειδικά στα παιδιά, στην Τούζλα, όπου υπάρχει μια λιγνιτική μονάδα ισχύος 715 MW, και αυτή τη στιγμή ανέρχονται στο 20% των αναπνευστικών παθήσεων».[3] Η διασφάλιση της υγείας και των παιδιών, τίθεται στο επίκεντρο.

 Το κίνημα που αναπτύσσεται στην Τούζλα, πολιτικό και οικολογικό, συγκροτείται πρωταρχικά εντός των πλαισιώσεων του προγράμματος του το οποίο και αφορά την «αντίθεση σε δεδομένες ή δυνητικές ενέργειες εκ μέρους των αποδεκτών των αιτημάτων», κατά την διαπίστωση του Τσ. Τίλλυ.

Με αυτόν τον τρόπο και εάν επιμείνουμε στην τυπολογία του Τίλλυ, το πρόγραμμα του κινήματος προτάσσει την εναντίωση σε ‘’δεδομένες ενέργειες,’’ μίας, επιβαρυντικής για το περιβάλλον, το τοπικό κλίμα και την υγεία των κατοίκων, στρατηγικής ανάπτυξης από πλευράς τοπικής και κεντρικής κυβέρνησης, σημασιοδοτώντας το διττό πλέγμα της ‘εγκατάλειψης’ και της ‘ερημίας’ της περιοχής συνεπεία ενός κοινωνιο-ιστορικού  μοντέλου ανάπτυξης, η εμμένεια στο οποίο πλέον, παραγάγει ‘καταστροφή.’  Ένας κάτοικος της περιοχής δηλώνει ό,τι «αν δεν παρθούν ουσιαστικά μέτρα, οι κάτοικοι θα εγκαταλείψουν την Τούζλα για να προστατέψουν την υγεία τους».[4]

Στον πυρήνα της Βαλκανικής χερσονήσου, διαφαίνονται οι όροι όπως επίσης και οι συνέπειες της εντατικής εκμετάλλευσης της γης, εκεί όπου, και ιστορικά, συγκλίνουν ο Κεφαλαιοκρατικός με τον Σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής, νοηματοδοτείται η συνθήκη μίας ευρύτερης ‘αποστέρησης’ του «χώρου και της δημόσιας γης», κατά τα λεγόμενα του Κωστή Χατζημιχάλη, δεικνύοντας προς το πεδίο της μείζονας κρίσης εντός ‘ανεπτυγμένης’  Ευρώπης και εντός μίας χώρας που διαπερνάται από ποικίλες αντιθέσεις, μετά την πτώση της πρώην Γιουγκοσλαβίας, ευρισκόμενη σε αναζήτηση συλλογικής-εθνικής ταυτότητας.

Η συνθήκη της αποστέρησης εδράζεται πάνω στη έκλειψη μίας θεμελιώδους προϋπόθεσης του κοινωνικά οριζόμενου βίου: όχι μόνο του ‘τι τρως,’ αλλά πλέον και του ‘τι αναπνέεις.’ Η έννοια της κοινότητας διαρρηγνύεται, φέροντας διεργασίες που σχετίζονται με το δυνητικό ενδεχόμενο της ‘προσφυγοποίησης’ σημαντικού τμήματος του πληθυσμού της περιοχής.

 «Το Σαράγεβο βρέθηκε στην κορυφή της λίστας μέτρησης ποιότητας του αέρα "Αιρβίζουαλ" την περασμένη Τετάρτη με βαθμολογία ποιότητας αέρα 399, ένα επίπεδο που θεωρείται ανθυγιεινό και χειρότερο από την Ντάκα  του Μπαγκλαντές, το Ουλάν Μπατόρ της Μογγολίας και το Δελχί της Ινδίας. Την περασμένη  Κυριακή η μέτρηση έφτασε το 548 στην πρωτεύουσα της Βοσνίας».

Η ατμοσφαιρική ρύπανση στην Τούζλα και στο Σεράγεβο, το επιβαρυμένο περιβάλλον της περιοχής, αναδεικνύει και νέες προτεραιότητες, όσο και νέες διεργασίες κοινωνικοπολιτικής κινητοποίησης, αποδίδοντας 'φορτισμένο' περιεχόμενο στην έννοια της περιβαλλοντικής 'πρόνοιας.’

 


[4] Βλέπε σχετικά, ‘Βόσνιοι με αντιασφυξιογόνες μάσκες βγαίνουν στους δρόμους σε διαδήλωση ενάντια στην ατμοσφαιρική ρύπανση…ό.π. Ο ‘κίνδυνος’ και η επιθυμία προβάλλονται ‘στο τώρα…ό.π.