Οι διανοούμενοι και οι λέξεις-πρόκες

[ Γιώργος Κουτούβελας / Ελλάδα / 10.11.15 ]

Κατά καιρούς γίνεται λόγος για την σιωπή της «διανόησης» ως προς τα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα. Τα τελευταία χρόνια της οικονομικής κρίσης, μάλιστα, αυτή η συζήτηση, αν και δεν γίνεται σε βάθος, έρχεται ολοένα και συχνότερα στο προσκήνιο.  Υπάρχουν, τουλάχιστον,  δύο κατηγορίες προσώπων που γράφουν ή μιλούν συχνά για αυτό το θέμα. Η πρώτη αποτελείται από εκείνους που  δεν έχουν προβληματιστεί ιδιαίτερα με το ζήτημα και έτσι  δεν δύνανται να τοποθετηθούν με σαφήνεια,  καταλήγοντας να  αναλώνονται σε μια επιδερμική  προσέγγισή  του. Στην δεύτερη κατηγορία εντάσσονται εκείνοι που κάνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα με τους παραπάνω, με την μόνη διαφορά, ότι το πράττουν σκόπιμα.

  Οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να καταλήξει κανείς σε ένα τέτοιο δυσάρεστο συμπέρασμα, είναι πολύ απλοί. Σε πρώτη βάση μία εύλογη απορία  είναι, για  ποιούς  διανοούμενους γίνεται λόγος, ποιοι είναι αυτοί, μια απρόσωπη συλλογικότητα, σαν να λέμε για παράδειγμα, μια ένωση οινοπαραγωγών; Επίσης σε ποια δράση καλούνται αυτοί, οι όποιοι τέλος πάντων, διανοούμενοι. Ας μην κοροϊδευόμαστε. Η  πλειοψηφία αυτών των ανθρώπων δεν υπηρετεί τον ανθρωπισμό, δεν ασπάζεται ιδέες μεγάλων στοχαστών όπως του P.Freire, του C.Rogers, του K.Καστοριάδη και τόσων άλλων.  Αυτή η πλειοψηφία, για την οποία γίνεται λόγος, κινείται μέσα στα πλαίσια κυκλωμάτων αποτελούμενα από καλλιτέχνες, εκδότες, δημοσιογράφους, πολιτικούς, επιχειρηματίες και κάθε καρυδιάς καρύδι με μοναδικό τους «όραμα» τις προσωπικές τους φιλοδοξίες. Όχι ότι είναι απαραίτητα κακό να έχει κανείς φιλοδοξίες, αλλά από το σημείο να θέλει να κερδίζει κανείς τα προς το ζην από το πνευματικό του έργο, μέχρι να είναι διατεθειμένος να κάνει τα πάντα για να πλουτίσει με χρήμα και φήμη χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα, αυτό το έργο, υπάρχει, θα έλεγε κανείς, μια κάποια απόσταση. Ποια θέση, λοιπόν, καλούνται να πάρουν οι παραπάνω; Ποιους να υπερασπιστούν; Και με ποιους να συγκρουστούν; 

 Ενδεικτικά παραθέτω ένα συμβάν από την περίοδο του δημοψηφίσματος που έτυχε  να περάσει στα «ψιλά». Τότε, που είχαν επιστρατευτεί όλα τα μέσα από την μεριά του συστήματος  για να επικρατήσει το «ναι». Εκείνη ακριβώς την εβδομάδα πολλοί σιωπηροί διανοούμενοι, που μέχρι τότε ασχολούνταν μόνο με την τέχνη ή την επιστήμη τους, που δεν σχολίαζαν ποτέ τα τεκταινόμενα, σνομπάροντας ενίοτε με apolitique ύφος την επικαιρότητα, ουκ ολίγοι εξ αυτών οργανώθηκαν μέσα σε λίγες ώρες και  υπεραμύνθηκαν σαν ορχήστρα κρουστών, συλλογικά και θορυβωδώς την άποψή τους.   

 Στον αντίποδα των παραπάνω, στην πίσω πλευρά του φεγγαριού, γνωστή και ως σκοτεινή, υπάρχουν συλλογικότητες αποτελούμενες από καλλιτέχνες, εκδότες, δημοσιογράφους, πολιτικούς, δάσκαλους και γενικότερα σκεπτόμενους ανθρώπους, οι οποίοι δεν σταμάτησαν ποτέ, με  τα πενιχρά μέσα που διαθέτουν να δρουν, να αντιδρούν και να υπηρετούν σταθερά και συνειδητά τον ουμανισμό. Άνθρωποι οι οποίοι, δυστυχώς, τσουβαλιάζονται με τους παραπάνω στον κοινό νου ενώ στην πραγματικότητα βρίσκονται απέναντί τους. Σε αυτό το σημείο προκύπτουν μερικά σαφή ερωτήματα. Ποιοι από όλους αυτούς  τους υποκριτές, που δήθεν αναρωτιούνται,  τους αναζήτησαν; Ποιοι προέβαλαν τις ιδέες και τις δράσεις τους; Ποιοι εν τέλει συμμετείχαν στα οράματά τους;

 Πολύ συχνά λέγεται πως μια περίοδος κρίσης μπορεί να γίνει εργαλείο στα κατάλληλα χέρια. Αρκεί, όμως, αυτοί που το βαστούν να ξέρουν τι χρειάζονται να δομήσουν και να επιθυμήσουν αυτό ακριβώς που χρειάζονται. 

 Μου έρχονται στον νου οι στίχοι του Αναγνωστάκη, Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις./ Ε ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες./ Σαν  π ρ ό κ ε ς  πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις/ Να μην τις παίρνει ο άνεμος.