Ναρκωτικό για σκλάβους...

[ Κατέ Καζάντη / Ελλάδα / 08.10.19 ]

«...Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα./Τόσα κορμιά ριγμένα/στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης·/τόσες ψυχές/ δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι...»   Γ. Σεφέρης, Ελένη

 “…Η αληθινή τέχνη, εκείνη δηλαδή που δεν αρκείται σε παραλλαγές προκαθορισμένων προτύπων αλλά προσπαθεί να εκφράσει τα εσωτερικά αιτήματα του ανθρώπου, και της ανθρωπότητας συνολικά, δεν μπορεί να μην είναι επαναστατική, να μην τείνει σε μια πλήρη και ριζική ανασύνθεση της κοινωνίας...” *.

Αν όμως έχει δίκιο ο Ντεμπόρ και η τέχνη εν γένει είναι «ένα ναρκωτικό για σκλάβους», η πεμπτουσία της καθολικής αλλοτρίωσης δηλαδή, η αποστροφή του Μανιφέστου -εκατόν ένα χρόνια μετά τη συγγραφή του- παραμένει ευχολόγιο. Η πιθανότητα να επιτρέψει η δυτική αστική δημοκρατία τη δημιουργία και την ανάπτυξη καλλιτεχνικών κινημάτων, τέτοιων που να ενεργοποιούν τα εξεγερσιακά αντανακλαστικά τον υποτελών τάξεων, είναι μηδενική. Η καταπίεση της νόρμας που επιβάλλει ως “καλλιτεχνική” το σύστημα είναι τόσο σκληρή όσο και αόρατη.

Αλλά είναι το φαινόμενο καινούργιο, της καπιταλιστικής φάσης που τώρα διανύουμε; Όχι προφανώς. Ήδη από την απαρχή της συγκρότησης του δυτικού πολιτισμού, τα καλλιτεχνικά αριστουργήματα, εν πολλοίς κατά παραγγελία, ήταν τα κατεξοχήν εξουσιαστικά σύμβολα, με σπόνσορα-Μαικήνα τον χυδαίο πλούτο. Και, όταν κυρίως μιλούμε για αρχιτεκτονικά μνημεία, βαμμένα στο αίμα των ανώνυμων εργατών που ενταφιάστηκαν στα θεμέλιά τους.

 Από την Καπέλα Σιξτίνα, σύμβολο της παπικής εξουσίας, μέχρι την Αγιά Σοφιά του Ιουστινιανού, οι απανταχού εκκλησίες ενισχύουν μέσω της τέχνης την επιβολή τους. Η αίσθηση εξάλλου εκείνης της κατηγορίας των φιλότεχνων, που επιμένουν στις ουρές των μουσείων επί ώρες, δεν είναι παρά μια ατελής θρησκευτικότητα προς το υπερβατό ταλέντο του καλλιτέχνη, το οποίο τοποθετείται πάνω από τον μέσο όρο του ανθρώπινου. Πιο κοντά, δηλαδή, στους θεούς των θρησκειών.

 Η συγκίνηση που εκλύει η επαφή με την τέχνη θεωρείται πως τοποθετεί τον φιλότεχνο σε μια κατηγορία ανώτερη από τον μπρουτάλ άνθρωπο, που ούτε που ξέρει ποιος είναι ο ντι Λοντοβίκο Μπουοναρότι Σιμόνι–Μικελάτζελο ή ο Βίλχελμ Ρίχαρντ Βάγκνερ.

 Αλλά  οι ίδιοι άνθρωποι που ριγούν και δακρύζουν μπροστά στα καλλιτεχνήματα, μπορούν να μείνουν ατάραχοι, ή και προσβεβλημένοι που χάλασε η μακαριότητά τους, μπροστά στον αληθινό ανθρώπινο πόνο. Η συνειδησιακή αφύπνιση πάει περίπατο την ώρα, μάλιστα, που η φρίκη της πραγματικότητας τείνει να γίνει ολοκληρωτική. Έτσι, οι ουρές χιλιομέτρων για μια επίσκεψη στο Βατικανό παραμένουν, η, για διάφορους λόγους, κλειστή Ακρόπολη θεωρείται έγκλημα καθοσιώσεως, αλλά “τόσα κορμιά ριγμένα στα σαγόνια της θάλασσας”, τόση πίκρα, τόση απελπισία, τόσος σπαραγμός, αποτελούν απλώς απειλή για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό.

Είναι, λοιπόν, μάλλον αναμενόμενο που ο δήμαρχος Σύμης -ο ίδιος που θα ζητούσε τη βοήθεια της Χρυσής Αυγής για την επισκευή του σκάφους του λιμενικού και ο ίδιος που φιλοξενεί στο νησί του φεστιβάλ πολιτισμού τα καλοκαίρια-, φωνασκών στα τηλεοπτικά κανάλια, λέξη  συμπόνιας δεν έβγαλε για τους κατατρεγμένους, ούτε τον πόλεμο στηλίτευσε ούτε τη φτώχεια και την εκμετάλλευση. Του έφτασε που φύγανε από τον τόπο του οι βάρβαροι.

Κάθε στιγμή που ο πόνος ενσκήπτει σε μια μεριά της ανθρωπότητας, θα έπρεπε να εξεγείρεται όλη η υπόλοιπη. Αλλά όχι. Πολλοί, πάμπολλοι, έχουν να πάνε θέατρο και σινεμά. Ή σε περιοδικές εικαστικές εκθέσεις και μουσεία παγκόσμιας κληρονομιάς. Ή στην εκκλησία.

 *Αντρέ Μπρετόν – Λεόν Τρότσκι, “Το Μανιφέστο Της Καλλιτεχνικής Δημιουργίας, για μια ανεξάρτητη επαναστατική τέχνη” (1938)