Το πρόβλημα στην πολιτική είναι ο έλεγχος του μίσους

[ Παναγιώτα Ψυχογιού / Κόσμος / 08.01.19 ]

Ο Μπαντιού, θιασώτης της μαοϊκής επανάστασης και αμετακίνητος υπέρμαχος του κομμουνισμού, ομότιμος καθηγητής στην Εcole Νormale Supérieure στο Παρίσι, μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας, δήλωσε τον Ιανουάριο στο  ΒΗΜΑ στην ΚΟΥΖΕΛΗ ΛΑΜΠΡΙΝΗ τα εξής:

«Εχω πάψει να ψηφίζω εδώ και πολλά χρόνια διότι έχω παρατηρήσει ότι οι δύο βασικές πολιτικές, η Δεξιά και η Αριστερά, μοιάζουν πολύ. Δεν έχω ελπίδες πραγματικής αλλαγής. Στη Γαλλία γνώριζα από καιρό ότι ο σοσιαλισμός δεν επρόκειτο να φέρει κάποια καινοτόμα αλλαγή στο πολιτικό ή στο οικονομικό πεδίο και έτσι δεν αισθάνθηκα εξαπατημένος όταν ο Ολάντ ακολούθησε τη γραμμή του προκατόχου του. Το ίδιο ισχύει για την υπόλοιπη Ευρώπη, δεν βλέπω ελπίδες αλλαγής μέσα στα τρέχοντα πολιτικά συμφραζόμενα. Πιστεύω ότι η κρίση θα συνεχιστεί για αρκετά χρόνια ακόμη. Οι μεγάλες κρίσεις του καπιταλισμού έχουν συνήθως δεκαετή διάρκεια…».

 «…σήμερα βλέπουμε ότι οι πολιτικές δυνάμεις στο πλαίσιο αυτής της δημοκρατίας δεν έχουν τη δύναμη να αλλάξουν το οικονομικό υπόστρωμα. Μέσα στη συστημική οργάνωση των κοινωνιών της ελεύθερης αγοράς και του ελευθέρως εκλέγειν η ελεύθερη αγορά έχει περισσότερη ισχύ από το ελευθέρως εκλέγειν. Το δικαίωμα της ψήφου δεν μπορεί να αλλάξει το σύστημα, δύναται μόνο να επιβάλει κάποιους περιορισμούς στην ελεύθερη αγορά, για παράδειγμα, να ασκήσει περισσότερο έλεγχο στις τράπεζες».

 «Πιστεύω ότι πρέπει να προτείνουμε όχι μόνο νέα ιστορικά κινήματα αλλά ένα νέο παγκόσμιο καθολικό όραμα. Κατά τη γνώμη μου, πρέπει να επιστρέψουμε στις αρχικές ιδέες του μαρξισμού, όχι εκείνου του 20ού αιώνα αλλά του μαρξισμού του 19ου αιώνα».

«Πρέπει να επινοήσουμε έναν νέο κομμουνισμό πιο κοντά στις ιδέες του Μαρξ και μακριά από το παράδειγμα του Στάλιν. Τον περασμένο αιώνα η λέξη κομμουνισμός συνδέθηκε επίσης με τη νέα μορφή εξουσίας και κράτους, την εξουσία του κόμματος, την τρομοκρατική εξουσία του κόμματος (…) Πρέπει να αναζητήσουμε ένα νέο πολιτικό υποκείμενο. Το δημοκρατικό πολιτικό υποκείμενο με την κλασική έννοια είναι εν τέλει ένα σύνολο ατόμων. Το δημοκρατικό υποκείμενο με την έννοια της λενινιστικής προσέγγισης είναι το κόμμα. Δεν έχουμε ένα πραγματικό κόμμα που να συνδυάζει εξίσου την ισότητα με την ελευθερία. Εύχομαι να καταφέρουμε να βρούμε ένα νέο πολιτικό υποκείμενο, ακόμη όμως δεν έχει προκύψει. Διότι σήμερα έχουμε από τη μια πλευρά τη συλλογική επιβεβαίωση των μαζικών κινημάτων και από την άλλη κλασικούς πολιτικούς οργανισμούς - ακόμη και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μια κλασική μορφή πολιτικού οργανισμού. Πώς θα καταλήξουμε με ένα νέο πολιτικό υποκείμενο που θα συνδυάζει εξίσου την ισότητα με την ελευθερία δεν ξέρω στ' αλήθεια. Αλλά δεν απελπίζομαι, διότι στην πολιτική η επινόηση είναι αποτέλεσμα ιστορικών συγκυριών, δεν είναι κάτι αφηρημένο που προκύπτει στη βάση μιας γενικής ιδέας ενός στρατηγικού προσανατολισμού. Οι πολιτικοί οργανισμοί είναι πάντοτε αποτέλεσμα χειροπιαστών καταστάσεων».

Για τον   Δημήτρη Βεργέτη, ψυχαναλυτή, διευθυντή του περιοδικού αληthεια «Στον Μπαντιού, το υποκείμενο μορφοποιείται μέσα σε πολιτικές χειραφέτησης, που έχουν ως γενέθλιο λίκνο όχι την τοπική της παραγωγής και τις συστημικές αντιθέσεις της, αλλά μια τέτοια ρήξη της οποίας η εστία δεν είναι δομικά προδιαγεγραμμένη. Το συμβάν δεν συντελείται στο προδιαγεγραμμένο σημείο συμπύκνωσης προσημασμένων ταξικών αντιθέσεων. Τουτέστιν, το συμβάν δεν βρίσκεται υπό την κηδεμονία της δομής. Συνεπώς, το υποκείμενο δεν έχει ως υπόστρωμα μια ομοιογενή κοινωνική κατηγορία ή μια λειτουργική συνιστώσα των τρόπων παραγωγής, που θα τελούσε σε κατάσταση ιδεολογικής ύπνωσης και θα ενεργοποιείτο πολιτικά με κομματική έγχυση ταξικής συνείδησης, αναλαμβάνοντας την τελεολογικά καθορισμένη ιστορική αποστολή της.Το ιστορικο-πολιτικό υποκείμενο δεν προκύπτει από την αφύπνιση της συνείδησής του και την ταύτισή του με τα δεδομένα της. Δεν είναι μια μορφή συνείδησης παρούσα εν εαυτώ, όπως στον κλασικό μαρξισμό, αλλά μια διαδικασία που υλοποιεί και επεκτείνει μέσα στον κόσμο τις δυνητικές και ανατρεπτικές συνέπειες ενός συμβάντος».

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η επανάσταση που προάγει ο Μπαντιού έρχεται σε ρήξη με  τον αυταρχισμό του κόμματος-κράτους. Για τον Μπαντιού η δημοκρατία, και στις πλέον εξιδανικευμένες και εξωραϊσμένες εκδοχές της, με εξαίρεση την άμεση δημοκρατία, δεν παύει να αποτελεί θεσμική υλοποίηση μιας μορφής κράτους. Το πολιτικό ζητούμενο είναι η πρόταξη της ισότητας στον «ελεύθερο συνεταιρισμό» των πολιτών που οραματιζόταν ο Μαρξ. Οι πολιτικές χειραφέτησης είναι ασυμβίβαστες με τον πραγματισμό των ήπιων ανισοτήτων  της σοσιαλδημοκρατικής τάσης. Με βάση τα παραπάνω δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπαντιού προτιμά να αναφέρεται σε εξαιρετικά ιστορικά συμβάντα περισσότερο και όχι σε μακροπρόθεσμες ή μεσοπρόθεσμες ιστορικές διαδικασίες έτσι ώστε το ερώτημα του πώς θα δούμε την εμμενή δυνατότητα για κοινωνική αλλαγή στη βάση της ισότητας παραμένει ανοιχτό. Ωστόσο  καταλήγει στην αναδιατύπωση μιας υλιστικής θεωρίας της πολιτικής που  αποτυπώνεται στην άρνηση των παραδοσιακών κομματικών δομών και τη συμμετοχή σε εκλογές ως επακόλουθο της έμφασης στην επαναστατική αλλαγή ως γεγονός – εξαίρεση.Ο φιλόσοφος  υπαινίσσεται έτσι είτε την  επανάσταση του κράτους με την ισότητα αλλά και τον αυταρχισμό ή την αναμονή του συμβάντος μακριά από την εμπλοκή του κράτους. Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει πώς θα καταλήξουμε με ένα νέο πολιτικό υποκείμενο που θα συνδυάζει εξίσου την ισότητα με την ελευθερία. Στο Εγκώμιο του έρωτα ισχυρίζεται ότι  ο  έρωτας απειλείται από μια φιλελεύθερη λογική της εμπορευματοποίησης και του μηδενικού ρίσκου, από μια λογική που θεωρεί ως κινητήρια δύναμη της ζωής το ατομικό συμφέρον ενώ  είναι μια κατασκευή αλήθειας, της αλήθειας του Δύο, μιας κατασκευής του κόσμου βασισμένης όχι στην ταυτότητα αλλά στη διαφορά. Ο έρωτας ως συμβάν και διαδικασία αλήθειας συνιστά κάτι που υπερβαίνει τη μαγεία της συνάντησης, χωρίς ωστόσο να την υποτιμά. Δεν ταυτίζεται με τη στρατηγική σαγήνης του Δον Ζουάν αλλά απαιτεί δέσμευση, καθημερινή δουλειά και πίστη για να μετατρέψει το τυχαίο, τη συμπτωματική συνάντηση σε πεπρωμένο. Δεν είναι μια ψευδαίσθηση που συγκαλύπτει την επιθυμία αναπαραγωγής, ούτε μια διαδικασία αυτογνωσίας μέσω της απόλαυσης και διά του άλλου. Και δεν είναι πάντα μια διαδικασία ειρηνική. Έχει βίαιες συγκρούσεις, αληθινά βάσανα, περιορισμούς, χωρισμούς, δράματα, φόνους ή αυτοκτονίες. Η αλήθεια δεν μπορεί να κατασκευαστεί στην ασφάλεια ενός συμβολαίου.Ως διαδικασία αλήθειας ο έρωτας βρίσκεται κοντά στην πολιτική. «Η ερωτική ευτυχία», λέει ο Μπαντιού, «είναι η απόδειξη πως ο χρόνος μπορεί να φιλοξενήσει την αιωνιότητα. Μια τέτοια απόδειξη είναι ο πολιτικός ενθουσιασμός όταν συμμετέχουμε σε μια επαναστατική δράση». Και στον έρωτα και στην πολιτική έχουμε επίσης συμβάντα, διακηρύξεις, πίστη. Αν ο έρωτας είναι η κατασκευή του Δύο, «η πολιτική δράση καθιστά αλήθεια αυτό για το οποίο είναι ικανό το συλλογικό. Παραδείγματος χάρη είναι ικανό για ισότητα; Είναι ικανό να ενσωματώσει το ετερογενές; Να σκεφτεί πως δεν υπάρχει ένας μόνο κόσμος;»

Ό,τι είναι για την πολιτική η εξουσία, το Κράτος, είναι για τον έρωτα η οικογένεια, η ίδια ένταση, η ίδια απειλή διάψευσης της ελπίδας. Το πρόβλημα στην πολιτική είναι ο έλεγχος του μίσους και όχι της αγάπης. Μ’ αυτή την έννοια, είναι η δυνατότητα του συλλογικού να συμπεριλάβει ολόκληρο τον κόσμο, υπερβαίνοντας κάθε  διαφορά. Και εδώ συναντά με έναν τρόπο την έννοια του κομμουνισμού. Μόνο που στον έρωτα δεν υπάρχουν ταξικοί εχθροί.