Μουρμουρητά

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 11.05.19 ]

Τι θα γίνει, άραγε, όταν τελειώσουν κι αυτές οι ιστορίες; Ποιες προφάσεις θα επινοήσουνε οι λέξεις για να εκφερθούν. Ποιες αναγνωστικές συμβάσεις θα κατασκευάσουν για να ακουστούν. Ομολογώ ότι με τρομάζει η ιδέα της σιωπής. Γι’ αυτό άλλωστε στραγγίζω το μυαλό μου, εδώ και χρόνια, επινοώντας ή ανασκαλεύοντας ιστορίες, προκειμένου να δίνω λόγο στις λέξεις και φωνή στις σιωπές μου. Σαν τη γριά γειτόνισσά μου που κάθε απόγευμα την ακούω να μονολογεί τριγυρνώντας στον μπαξέ της: «Που φύτεψα τις μπάμιες;», «Εδώ είχα αφήσει χτες την τσάπα», «Για να ξεχορταριάσω λίγο τις ντομάτες», «Τα λάχανα θέλουν ξανά πότισμα». Στην αρχή νόμισα ότι απευθυνότανε σε μένα. Μια-δυο φορές της απάντησα κιόλας. Ύστερα άρχισα να πιστεύω ότι τα ’χει λίγο σαλεμένα. Τώρα πλέον νομίζω ότι ξέρω γιατί το κάνει. Ναι, ξέρω πολύ καλά γιατί το κάνει. Άλλωστε κι εγώ το ίδιο ακριβώς κάνω με τούτα δω τα γραφτά. Εγώ λοιπόν δεν αφηγούμαι ιστορίες. Λέξεις ιστορώ, για να μην σωπαίνω.