Μνημονεύοντας τον Μάνο Χατζιδάκι

[ ARTI news / Ελλάδα / 15.06.20 ]

Ο Μάνος Χατζιδάκις πέθανε στις 15 Ιουνίου του 1994.

Όπως όρισε ο ίδιος, στην κηδεία του δεν παρευρέθηκαν τηλεοπτικά συνεργεία και φωτορεπόρτερ.

Για τις πολιτικές του πεποιθήσεις γράφει ο ίδιος: «Είμαι δημοκράτης αστός, ουμανιστής και αναθεωρητής της δεξιάς […]. Ποτέ δεν υπήρξα αντικομμουνιστής […]. Εγώ περιέχω και τον αριστερό. Ο αριστερός όμως δεν με περιέχει.»

Την περίοδο της κατοχής  ήταν ενταγμένος στην ΕΠΟΝ Παγκρατίου. Αρθρογράφησε και έγραφε ποιήματα για παιδιά στο περιοδικό της ΕΠΟΝ Νέα γενιά κατά τα πρώτα χρόνια της κυκλοφορίας του, από το 1943 και μετά με το ψευδώνυμο Πέτρος Γρανίτης. Μετά τα Δεκεμβριανά, με εντολή του ΚΚΕ ιδρύεται ο θίασος «Ενωμένοι Καλλιτέχνες», με δύο κλιμάκια, ένα αποτελούμενο από επαγγελματίες και ένα από πρωτοεμφανιζόμενους καλλιτέχνες. Ο Χατζιδάκις συμμετέχει στο δεύτερο κλιμάκιο με συντονιστή τον  σκηνοθέτη, μεταφραστή και συγγραφέα Γιώργο Σεβαστίκογλου.

Το 1946 αποστασιοποιείται από την κομματική αντίληψη και δράση και έκτοτε αναπτύσσει, μια προσωπική πολιτική σκέψη, κεντρικοί άξονες της οποίας ήταν η αμφισβήτηση, η αναθεώρηση και η διαρκής αναζήτηση της νεοελληνικής ταυτότητας στον σύγχρονο κόσμο.

Από την διάλεξη για το ρεμπέτικο το 1949 και μέχρι το τέλος της ζωής του ο Μάνος Χατζιδάκις παρεμβαίνει συστηματικά και με έντονο τρόπο στο δημόσιο βίο. Κυρίως στη Μεταπολίτευση με το Τρίτο Πρόγραμμα, όπου  έδωσε βήμα σε δεκάδες ταλαντούχους συνεργάτες, νέους σε ηλικία, και αργότερα, στη δεκαετία του 1980 με το περιοδικό Το Τέταρτο, επιχειρεί οργανωμένα να αντιδράσει σε κατεστημένες αντιλήψεις. Αλλά και με πλήθος συνεντεύξεων, άρθρων και δηλώσεων πάλεψε ενάντια σε αυτά που ο ίδιος θεωρούσε ως μεθοδεύσεις, λαϊκισμό, συντηρητισμό και αμετροέπεια της εξουσίας.

 Όταν τον ρώτησαν, σε μία συνέντευξη στα τέλη της δεκαετίας του '70, "Τί φοβόταν περισσότερο",  απάντησε: «Το φασισμό και τους φασίστες. Τον έζησα μικρός και κρίνοντας από διάφορες συμπεριφορές, τον βλέπω να ξανάρχεται. Παγκοσμίως».  

«Ο νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και κάθε αντικοινωνικό και αντιανθρώπινο φαινόμενο συμπεριφοράς», έγραψε, « δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτει ιδεολογία. Είναι η μεγεθυμένη έκφραση-εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας, όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενισχύουν τη βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του.

Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία. Η αληθινή παιδεία και όχι η ανεύθυνη εκπαίδευση και η πληροφορία χωρίς κρίση και χωρίς ανήσυχη αμφισβητούμενη συμπερασματολογία. Αυτή η παιδεία που δεν εφησυχάζει ούτε δημιουργεί αυταρέσκεια στον σπουδάζοντα, αλλά πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα και την ανασφάλεια. Όμως μια τέτοια παιδεία δεν ευνοείται από τις πολιτικές παρατάξεις και από όλες τις κυβερνήσεις, διότι κατασκευάζει ελεύθερους και ανυπότακτους πολίτες μη χρήσιμους για το ευτελές παιχνίδι των κομμάτων και της πολιτικής...

Ο νεοναζισμός είμαστε εσείς κι εμείς – όπως στη γνωστή παράσταση του Πιραντέλο. Είμαστε εσείς, εμείς και τα παιδιά μας. Δεχόμαστε να ‘μαστε απάνθρωποι μπρος στους φορείς του AIDS, από άγνοια αλλά και τόσο «ανθρώπινοι» και συγκαταβατικοί μπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά του φασισμού, πάλι από άγνοια, αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια. Και το Κακό ελλοχεύει χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή. Ο νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία. Είναι μια παράσταση. Εσείς κι εμείς. Και πρωταγωνιστεί ο Θάνατος».

Ο Αντώνης Μποσκοΐτης διηγείται μία ιστορία για τον Χατζιδάκη που επιβεβαιώνει ότι είναι αληθινή και που έχει γίνει διήγημα από τον σκηνοθέτη Λάκη Παπαστάθη:

"Κάποτε ένας μεσήλικας κύριος την ώρα που επέστρεφε στο σπίτι του άκουσε θόρυβο. Κατάλαβε πως ήταν ληστής μέσα. Αμέσως είδε να έχει κάνει φτερά το ολοκαίνουργιο πανάκριβο στερεοφωνικό του. Βγήκε στο μπαλκόνι και αντίκρισε τον ληστή, έναν νεαρό –παρία της ζωής, να ακροβατεί στην μεσοτοιχία με το διπλανό διαμέρισμα και με το στερεοφωνικό στα χέρια του. Έκανε ησυχία για να μην τον τρομάξει και πέσει και σκοτωθεί. Ο νεαρός εισβολέας πράγματι σαν είδε τον ιδιοκτήτη έπεσε στο κενό ευτυχώς από μικρό ύψος.

Έντρομος ο ιδιοκτήτης τηλεφώνησε αμέσως στις Πρώτες Βοήθειες κι έπειτα πήγε γρήγορα κάτω να δει σε τι κατάσταση βρισκόταν ο κλέφτης. Τον ρώτησε αν είναι καλά. Τον συνόδευσε στο νοσοκομείο με το νοσοκομειακό όχημα. Στους γιατρούς που τον ρώτησαν από που ήξερε τον νεαρό τραυματία, απάντησε «Είναι συγγενής μου». Όλη την ώρα κι αφού οι γιατροί ενημέρωσαν πως δεν διατρέχει κίνδυνο η ζωή του, εκείνος του χάιδευε το κεφάλι. Τον ρωτούσε αν είναι μόνος στον κόσμο, αν έχει οικογένεια. Ο νεαρός αισθανόταν περίεργα και όμορφα, παρά το φόβο που πέρασε. Στο τέλος ο ιδιοκτήτης του είπε ''πάρε αυτά για μόλις βγεις από δω μέσα'', του έδωσε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό και έφυγε, έχοντας ήδη ξημερώσει.

Πολλά χρόνια πέρασαν. Τον ιδιοκτήτη συνόδευαν στην τελευταία του κατοικία, στην Παιανία, μουσικοί, τραγουδιστές και η ελίτ της κοινωνίας. Το όνομα του Μάνος Χατζιδάκις. Όταν όλοι έφυγαν και το κοιμητήριο ερήμωσε, ένας νέος άντρας πλησίασε τον φρεσκοσκαμμένο τάφο και έκλαψε με λυγμούς. Ήταν εκείνος ο ληστής, ο παρίας, ο κλέφτης, ο περιθωριακός, που δεν είχε ξεχάσει το φέρσιμο του Χατζιδάκι στη δυσκολότερη – ίσως – στιγμή της ταραγμένης ζωής του."