Μια γκαζόζα στοίχημα

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 27.03.18 ]

Απ’ όλα εκείνα τα απίθανα γεροντάκια των πολύ παιδικών μου χρόνων, με τα αγαθά τους πρόσωπα, τα κάτασπρα μουστάκια και τις ατέλειωτες ιστορίες, μόνο αυτόν διατηρώ ολοκάθαρα στη μνήμη. Έτσι όπως καθόταν στη γωνία του καφενείου, κάπνιζε το σέρτικο τσιγάρο του και έπαιζε όλη μέρα τάβλι με τον παππού μου. Πού και πού όταν το παιχνίδι δεν πήγαινε καλά ακουμπούσε στην πλάτη της καρέκλας, ανασήκωνε το ναυτικό του καπέλο και έπιανε το κομπολόι του. «Πες μας, καπετάνιε, τι έγινε τότε στη Βομβάη…» τον τσιγκλούσε ο παππούς μου και αυτός, ο Ονούφριος ο καπετάνιος, εκ πεποιθήσεως στεριανός και χωρίς ούτε ένα ναυτικό ταξίδι στη ζωή του, έπιανε ατέλειωτες αφηγήσεις για την Καλκούτα και την Αντίς Αμπέμπα και την Αρτζεντίνα. Καθόμουν τότε εγώ μέσα στην ομίχλη του τσιγάρου και της τσίκνας και τον άκουγα σκαρώνοντας με το μυαλό μου ιστορίες πάνω στις δικές του ιστορίες, ενόσω ο παππούς μου συνέχιζε πού και πού να τον πειράζει «λέγε ό,τι θες εσύ, αλλά τη γκαζόζα του στοιχήματος δεν πρόκειται να τη γλιτώσεις».