Με τους Γκιρ που πάνε κόντρα στους Σαλβίνι

[ Γιάννα Κουκά / Κόσμος / 10.08.19 ]

Πάμε μια πάλι από την αρχή. Τη στιγμή που κάνουν την εμφάνισή τους αυτοί οι μίζεροι, οι άθλιοι άνθρωποι που εκπέμπουν μόνο αρνητισμό δίχως να έχουν απλώσει ποτέ το χέρι τους να πιάσουν τον φτωχοδιάβολο. Και βρίσκουν όλα τα αντί να πουν για το γεγονός πως ο Ρίτσαρντ Γκιρ βρέθηκε εκεί που έπρεπε να είναι. Πάνω στο σκάφος που θαλασσοδέρνεται με της γης τους κολασμένους. Εκεί ακριβώς. Μα αν είχαν μια στιγμή σταθεί πλάι στους πρόσφυγες θα καταλάβαιναν αυτό που έχει η έκφραση του Γκιρ. Η έκφραση που τη μια στιγμή γελά και προσπαθεί απεγνωσμένα με το γέλιο του να δώσει το στίγμα. Είμαι εδώ. Αυτή που την άλλη στιγμή τους κοιτά στα μάτια, ευθύς στα μάτια, κι όλα μέσα του σπαράζουν κι αισθάνεται πως πρέπει να αντέξει και την άλλη στιγμή θέλει να τα κάνει όλα φωτιά, να βάλει στον κόσμο φωτιά, για το δράμα που κάποιοι έβαλαν τους ανθρώπους. Αν έτυχε στο διάβα σου και στάθηκες πλάι στον απελπισμένο θα ξέρεις τι εννοώ, εκείνο το συναίσθημα που πάει κι έρχεται, πάει κι έρχεται. Κάντον να γελάσει, έστω και λίγο, μόνο λίγο, μια στιγμή, μόνο λίγο. Κι ύστερα, κάτσε στα πόδια του και ρημάξου με την τραγωδία του. Ω, μίζεροι άνθρωποι, ποτέ δε θα καταλάβετε τι εννοώ. Με τους Γκιρ που πάνε κόντρα στους Σαλβίνι. Που θα μπορούσαν να είναι αλλού, μα βρίσκονται σ' ένα βαπόρι, ανοιχτά της Λαμπεντούζα. Με τους κυνηγημένους. Εσείς, κριτές των πάντων, σκύψατε ποτέ πάνω από τον πρόσφυγα; Αφήσατε το πρόσωπό σας τσαλακωμενο πάνω στα μάτια του; Ρημαχτήκατε ποτέ για της γης τον πονεμένο;