Μίλτος Σαχτούρης: Ο ποιητής την καρδιά μας καρφώνει

[ ARti news / Ελλάδα / 29.07.18 ]

Μίλτος Σαχτούρης: Είναι αυτός που έγραψε για τους στρατιώτες ποιητές:

«Δὲν ἔχω γράψει ποιήματα

μέσα σε κρότους

μέσα σε κρότους

κύλησε ἡ ζωή μου

Τὴ μιὰν ἡμέρα ἔτρεμα

τὴν ἄλλην ἀνατρίχιαζα

μέσα στὸ φόβο

μέσα στὸ φόβο

πέρασε ἡ ζωή μου

Δὲν ἔχω γράψει ποιήματα

δὲν ἔχω γράψει ποιήματα

μόνο σταυροὺς

σὲ μνήματα

καρφώνω»

Γεννήθηκε στην  Αθήνα το 1919 και ήταν γιος του Δημητρίου Σαχτούρη και της Αγγελικής Παπαδήμα. Δισέγγονος του ναυμάχου του '21 Γιώργη Σαχτούρη. Με την επίμονη προτροπή του πατέρα του, το 1937 άρχισε σπουδές νομικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μερικά χρόνια αργότερα (1944), αν και βρισκόταν στο τέταρτο έτος της Νομικής, έκαψε τα βιβλία που διάβαζε, αποφασισμένος να επιδοθεί αποκλειστικά στην ποίηση. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής έπασχε από φυματίωση με αποτέλεσμα για μεγάλο χρονικό διάστημα να παραμείνει καθηλωμένος στο κρεβάτι. Την εποχή του Εμφυλίου υπηρέτησε στον στρατό. Πρωτοέγραψε ποίηση την άνοιξη του 1941. Το 1943 γνωρίστηκε με τον Οδυσσέα Ελύτη και τον Νίκο Εγγονόπουλο, με τον οποίο συνδέθηκε με στενή φιλία. Ως ποιητής στον χώρο των γραμμάτων εμφανίστηκε, ύστερα από παρότρυνση του Ελύτη, το 1944 στο περιοδικό Τα Νέα Γράμματα. Τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή «Η Λησμονημένη».Το 1948 εξέδωσε τις «Παραλογαίς». Ακολούθησαν πολλές, ακόμη συλλογές με αποκορύφωμα την συλλογή «Με το πρόσωπο στον τοίχο» (1952), που εκείνη την εποχή πούλησε πέντε αντίτυπα, αν και ήταν το καλύτερο έργο του.Πήρε κακές κριτικές για τα πρώτα του ποιήματα από τους εκπροσώπους της γενιάς του 30.

Στις αρχές τις δεκαετίας του 1960 οι κριτικοί άρχισαν να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στα ποιήματα του Σαχτούρη, πρώτα ο Αλέξανδρος Αργυρίου και στη συνέχεια η Νόρα Αναγνωστάκη με το άρθρο της «Ο Μίλτος Σαχτούρης και οι δύσκολοι καιροί» στο περιοδικό Κριτική. Με το έργο του αργότερα ασχολήθηκαν οι Δ. Μαρωνίτης, Γιάννης Δάλλας, Χρήστος Μπράβος, Θάνος Κωνσταντινίδης, Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Τατιάνα Μιλλιέξ κ.ά.

Χαρακτηρίζεται ως ποιητής του παραλόγου και του συμβολισμού. Απορρίπτει την παραδοσιακή γραφή και στρέφεται στον συμβολισμό και τον υπερρεαλισμό. Η γλώσσα των ποιημάτων του είναι ελλειπτική, λιτή και τραγική. Τα ποιήματά του είναι εμπνευσμένα από την περίοδο της κατοχής και της μεταπολεμικής εποχής και έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Είναι ποιητής μικρής έκτασης αλλά μεγάλου πάθους.

 Αγαπούσε τους ομότεχνούς του, γι αυτόν ήταν «τ᾿ ἀδέρφια του ποὺ χάθηκαν ἐδῶ κάτω στὸν κόσμο, εἶναι τ᾿ ἀστέρια ποὺ τώρα ἀνάβουν ἕνα ἕνα στὸν οὐρανό». Τους συμπονούσε για την ευαισθησία τους που την πλήρωσαν με τη δυστυχισμένη ζωή τους, όπως φαίνεται από το παρακάτω ποίημα:

ΤΑ ΛΥΠΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

«Εἶναι τὰ λυπημένα Χριστούγεννα 1987

εἶναι τὰ χαρούμενα Χριστούγεννα 1987

ναί, τὰ χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!

σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα...

Ἄ! ναὶ εἶναι πάρα πολλά.

Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

ὁ Διονύσιος Σολωμὸς

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

ὁ Νίκος Ἐγγονόπουλος

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

ὁ Μπουζιάνης

πόσα ὁ Σκλάβος

πόσα ὁ Καρυωτάκης

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα

πέρασε ὁ Σκαλκώτας

πόσα

πόσα

Δυστυχισμένα Χριστούγεννα τῶν Ποιητῶν».

Για αυτόν ο ποιητής καρφώνει τις καρδιές μας, στηρίζει τους ευαίσθητους ανθρώπους να ξεπεράσουν τις δυσκολίες που έχει αυτή η ζωή:

Σήμερα φόρεσα ἕνα

ζεστὸ κόκκινο αἷμα

σήμερα οἱ ἄνθρωποι μ᾿ ἀγαποῦν

μιὰ γυναίκα μοῦ χαμογέλασε

ἕνα κορίτσι μοῦ χάρισε ἕνα κοχύλι

ἕνα παιδὶ μοῦ χάρισε ἕνα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στὸ πεζοδρόμιο

καρφώνω πάνω στὶς πλάκες

τὰ γυμνὰ ποδάρια τῶν περαστικῶν

εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι

ὅμως κανεὶς δὲν τρομάζει

ὅλοι μείναν στὶς θέσεις ποὺ πρόφτασα

εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι

ὅμως κοιτάζουν τὶς οὐράνιες ρεκλάμες

καὶ μιὰ ζητιάνα ποὺ πουλάει τσουρέκια

στὸν οὐρανό

Δυὸ ἄνθρωποι ψιθυρίζουν

τί κάνει τὴν καρδιά μας καρφώνει;

ναὶ τὴν καρδιά μας καρφώνει

ὥστε λοιπὸν εἶναι ποιητής»

Αλλού γράφει:

«Ἂς μὴν τὸ κρύβουμε.

Διψᾶμε γιὰ οὐρανό».(Τὸ Ψωμί)