Λεμονανθοί

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 17.08.19 ]

Το σπίτι ήταν προικώο απ’ τη γυναίκα του. Λεμονιά την έλεγαν. Δεν ξέρω τι και πώς, έπεσε και πνίγηκε στο πηγάδι. Έμεινε μετά μονάχος του. Η ταράτσα της διπλανής αποθήκης ήταν το μπαλκόνι του. Ένας μικρός κήπος. Τα φυτά σε γλάστρες, τα δέντρα σε βαρέλια. Θυμάμαι τη μυρωδιά των λεμονανθών. Πάντα συνδυασμένη με το πέρας των σχολείων. Μαθητής τον επισκεπτόμουν αρκετά συχνά. Τώρα πλέον περνάω μόνο εξ ανάγκης. Στην είσοδο της πόλης είναι το διώροφό του. Αλλά αποφεύγω να σηκώνω τα μάτια. Δεν αντέχω το ρήμαγμα ούτε και μου περισσεύει χρόνος. Ελπίζω βέβαια ότι κάποτε θα προλάβω. Θα ανοίξω την ίδια πόρτα. Θα ανέβω τις ίδιες σκάλες. Θα βρεθώ στο ίδιο μπαλκόνι. Θα σταθώ στην ίδια γωνία. Οι γλάστρες θα ’ναι χωρίς λουλούδια και τα δέντρα θα ’χουν ξεραθεί. Δεν με νοιάζουν οι τριανταφυλλιές, οι πετούνιες, τα γαρύφαλλα, οι μηλιές, οι αχλαδιές και οι ροδακινιές. Μόνο για τη λεμονιά του στεναχωριέμαι. Σαν τα μάτια του την πρόσεχε. Τον χειμώνα την έβαζε μέσα, την άνοιξη την έβγαζε έξω. Θα έχω όμως λίγο νερό μαζί μου. Να ρίξω στο βαρέλι της.  Να πρασινίσει ο κορμός της. Να φυλλώσουν τα κλαδιά της. Εγώ θα χαίρομαι που τελειώνουν τα σχολεία. Αυτός θα χαίρεται που με βλέπει. Κατ’ υιοθεσία εγγονός του. Άκληρος αδελφός του παππού μου. Παππού τον έλεγα. Μύριζε πάντα λεμονανθούς.