Λίγο ψωμί ακόμη

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 26.11.18 ]

Στον Ζήση Ν.

Του ’κόψαν το κεφάλι. Τέσσερις μέρες παλουκωμένο το ’χαν. Από χωριό σε χωριό το περιέφεραν. Στη μάνα δώσαν μονάχα τον κορμό. Πατέρας δεν υπήρχε, τα αδέλφια ακόμη στο βουνό. Ούτε ένας γείτονας δεν τόλμησε όλο το βράδυ να πατήσει. Χειμώνας καιρός. Στην καρδιά του εμφυλίου. Μονάχη με το ακέφαλο παιδί της. Ένα αναμαλλιασμένο χτικιό που ζύμωνε. Το πρωί που ’ρθαν να τον σηκώσουν, στη θέση του κεφαλιού είχε ένα ψωμί. Με χαραγμένα μάτια, μάγουλα, σαγόνι και χείλη – σχεδόν χαμογελούσε. Από δίπλα του καμάρωνε η μάνα του σε όλη τη διαδρομή. Πού και πού έπαιρνε από το μέτωπό του και τάιζε τα αδέσποτα του χωριού και τα πεινασμένα πτηνά του ουρανού.