Κωμικό έως δακρύων

[ Γιώτα Αναγνώστου / Ελλάδα / 04.02.19 ]

Είχα απορήσει, θυμάμαι, όταν τους είδα μαζί. Αυτοί οι δυο ζευγάρι. Οπτικά δεν υπήρχε πρόβλημα. Και να υπήρχε δεν είμαι από εκείνους που θα το έθιγαν. Πάντως δεν υπήρχε. Μια χαρά ήταν στο μάτι. Και θα ήταν και γενικά αν δεν τους ήξερα. Εκείνη κυρίως. Ένα πλάσμα από άλλο κόσμο, την ώρα που εκείνος ήταν απολύτως γήινος, με όλα όσα αυτό συνεπάγεται. Σκέφτηκα πως όλα σοφά η ζωή τα ταιριάζει, ξέρει καλύτερα αυτή να μας γειώνει, και στο κάτω-κάτω δεν μου έπεφτε και λόγος.

  Ένα βράδυ όμως σε μια συντροφιά που το αλκοόλ έρρεε και τα κορμιά χαλάρωνε και έλυνε τις γλώσσες διευκολύνοντας τις εκμυστηρεύσεις δεν άντεξα να μην την ρωτήσω όλα τα πώς και τα γιατί που μου τριβέλιζαν το μυαλό.

   Μου διηγήθηκε πως κάνανε παρέα. Πως πήγανε στο θέατρο ένα βράδυ. Στον γλάρο του Τσέχωφ. Αρκάντινα η Δανδουλάκη, Τριγκόριν ο Φέρτης. Πως εκείνη έκλαιγε βουβά σ’ όλο το έργο. Πως δεν εννοούσε με τίποτα ότι ο Τσέχωφ θεωρούσε τον γλάρο κωμωδία. Πως κατέληξε ότι επρόκειτο περί σαδιστού. Πως δεν ξανάδε Τσέχωφ από τότε. Πως το άλλο πρωί εκείνος της έκανε δώρο ένα σημειωματάριο. Πως στο μέσα φύλλο είχε γράψει την ατάκα από τον γλάρο «Αν σου χρειαστεί κάποτε η ζωή μου, έλα και παρ’ τη». Πως αυτό ήταν. Πως αντί να πάρει εκείνη τη ζωή του, του ‘δωσε τη δική της. Του ‘δωσε την ψυχή της. Πως δεν χωρίσανε ποτέ από τότε. Πόσα πολλά στ’ αλήθεια χρόνια. Πως τσάκισε εκείνη τα αλλόκοσμα φτερά της για να ταιριάξει με τον γήινο δικό του κόσμο. Πως δεν παραπονέθηκε ποτέ κι ούτε μετάνιωσε ποτέ, μόνο που να μερικές φορές νιώθω σαν εκείνο του πουλί που περιφέρεται στου Μάτεσι τον Μύρτο. Όχι, όχι σαν τον σκοτωμένο γλάρο του Τσέχωφ – μακάρι ναι, μα όχι. Πως αν αυτό δεν είναι θλιβερό, τότε στα σίγουρα είναι κωμικότατο. Έτσι μου είπε και έσκασε στα γέλια ενώ ξαναγέμιζε το ποτήρι της.

    Πήγα κι εγώ στο θέατρο την Κυριακή. Έχουν μια θλίψη οι Κυριακές κι ήθελα ένα κωμικό αντίδοτο. (Αλλά και Σάββατο να ήταν -όρκο δεν παίρνω- είχε μια κυριακάτικη μελαγχολία.) Το ίδιο έργο. Αρκάντινα η Φέστα, Τριγκόριν ο Βεργούλης. Αυτός, ο Τριγκόριν, τσέκαρε τη θέση μου (4/Η/…). Του είπα πώς είναι κάθαρμα. Για να μ’ ευχαριστήσει μου έφερε το πρόγραμμα.  Άλλη ατάκα κράτησα εγώ, αν και ήρθε εκείνη ολοζώντανη μπροστά μου απαγγέλλοντας σκασμένη στα γέλια τη δική της και με μπέρδευε (σελ. 121 σειρές 11 και 12 απ’ το βιβλίο του Τριγκόριν –το σημείωσα μες στο σκοτάδι πάνω σ’ έναν λογαριασμό νερού που ψαχούλεψα στην τσάντα μου). Άλλη ατάκα κράτησα εγώ κι ας με μπέρδευε εκείνη με τη δική της και τα γέλια της. Ένας άνθρωπος πέρασε κατά τύχη, τον είδε και μη έχοντας τίποτα άλλο να κάνει, τον σκότωσε.

    Καημένη Νίνα. Τρέπλιεβ μου εσύ. Κι όμως γλάροι ήταν όλοι. Φαίνονταν καθαρά μες στους καθρέφτες οι φτερούγες τους οι πληγωμένες.

    Λίγη δράση πέντε πούντες αγάπης.