Θωμά Κοροβίνη: "Σκίρτημα ερωτικόν-Ο Κ. Π. Καβάφης εις την Πόλιν"

[ Θωμάς Κοροβίνης / Ελλάδα / 01.04.17 ]

 «...Φρικτότατοι οι πολέμιοι των ηδονών, οι "τα φαιά φορούντες, περί ηθικής λαλούντες", ποταποί οι ηθικολογούντες υποκριταί. Και την υποκρισίαν δεν ανέχομαι, ει μη μόνον ως ίδιον των θεατρίνων. Ησχυνόμην και εφοβούμην, επαναλαμβάνω, διά τας επιθυμίας μου, μη τυχόν αποκαλυφθώσι, μολονότι ώφειλον να μη "νιώθω ντροπή", τουναντίον, εις τα της ηδονής να διάγω γενναίως. Θα έπρεπε να μη λησμονώ εκείνο το οποίον αρέσκονται να λέγωσι εις την πατρίδα μου, την Αλεξάνδρειαν («όπου δύσκολα ξιπάζονται»), οι συμπατριώται μου, οι Άραβες, εν είδει παροιμιακής ρήσεως: Ό,τι θες να κρύψεις, βάλ' το στο φως του ήλιου»...

      Στη νέα νουβέλα τού φιλόλογου -συγγραφέα πολυγραφότατου Θωμά Κοροβίνη που κυκλοφορεί την επόμενη εβδομάδα στις εκδόσεις "Άγρα" με τον τίτλο "Σκίρτημα ερωτικόν- Ο Κ. Π. Καβάφης εις την Πόλιν", ο ποιητής Κ. Π. Καβάφης αποφασίζει σε ώριμη ηλικία να αφηγηθεί αναλυτικά υπό τύπον απομνημονευτικού πεζογραφήματος -ασκούμενος παράλληλα στην καθαρεύουσα-, ανακαλώντας την απ' τα βάθη της μνήμης του, την ιστορία ενός σύντομου αλλά μοιραίου για τον ίδιο οδοιπορικού, την εποχή της διαμονής του στο σπίτι του παππού του στο βοσπορινό Νιχωράκι. Ο ίδιος είναι δεκαεννέα ετών, ο περίπατος διαρκεί λιγότερο από μία ώρα και αντιστοιχεί στην απόσταση από τα τελωνεία του Καράκιοϊ μέχρι την απέναντι παραλία του Εμίνονου διά μέσου της γέφυρας του Γαλατά. Το κείμενο παρακολουθεί τις σκέψεις και τα συναισθήματα που γεννιούνται στον νεαρό Κωνσταντίνο, τόσο από την ακαταμάχητη γοητεία που του ασκεί η παρουσία του συνομηλίκου του Ανατολίτη συνοδοιπόρου του προξενώντας την ερωτική του αφύπνιση, όσο, δευτερευόντως, και από τους μύθους αλλά και την ζωή της Πόλης απ' την οποία το γένος του εξ ολοκλήρου κατάγεται και στη σαγήνη της οποίας είχε εκείνο τον καιρό παραδοθεί (σημειώνεται στο οπισθόφυλλο).

      Δεκτικό σε κάθε προσέγγιση και "ανάγνωση" το σώμα των καβαφικών κειμένων προσδιορίζεται -κοντά έναν αιώνα τώρα- από τα επίθετα που του αποδόθηκαν κατά καιρούς. Οι Έλληνες μελετητές του -ακόμα και οι "αριστερής" λογικής και προσέγγισης - εντόπισαν στο έργο του, τον "ιστορικό" , τον "διδακτικό", τον ειρωνικό", τον "αρχαιογνώστη" , τον "ερωτικό" Καβάφη. Οι "δυτικοί" τόλμησαν να μιλήσουν για την ομοφυλοφιλία του ποιητή ("πολιούχο άγιο" για τη διεθνή κοινότητα των ομοφυλοφίλων τον χαρακτήρισε ο Αμερικανός ποιητής Ντέιβιντ Μέισον) και οι αντιδράσεις -ειδικά της ελληνικής ακαδημαικής λογοτεχνικής κριτικής στην ...ομολογία πρόσληψης του "ομοφυλόφιλου Καβάφη" υπήρξαν ακαριαίες. O ερωτικός Καβάφης δεν έπαψε να αποτελεί αντικείμενο απώθησης, έλξης ή ταύτισης.

      « ... Το είχον κατά νουν από πολλού καιρού, ότε, επί τέλους, έλαβον την απόφασιν να το κάμω πράξιν: Να ενθυμηθώ εφηβικάς αναμνήσεις και να τας περιγράψω λεπτομερώς υπό τύπον απομνημονευματικής πρόζας. Να βυθισθώ με αφοσίωσιν εις τα βάθη του "θυμητικού" μου, έως του πυθμένος της μνήμης μου, ότε επέρασα ικανόν διάστημα εις την προσφιλεστάτην μου Κωνσταντινούπολιν, τόπον καταγωγής απάντων των προγόνων μου, εις την ηλικίαν των δέκα εννέα ετών, περίοδον καθ' ην επέπρωτο να σφραγισθώσι τα μελλούμενα των ερωτικών πεπρωμένων μου. Διότι εις την Πόλιν εγένετο συνείδησις εκείνο το απροσπέλαστον σημείον της ζωής μου, το οποίον τότε ακριβώς ήρχισε να με απασχολεί και να με βασανίζει, σωματικώς και πνευματικώς, άμα δε και ηθικώς, ήτοι, η ακαταμάχητος και επίφοβος και παραλυτική των μελών μου έλξις η ερωτική προς το ίδιον φύλον...» (απόσπασμα από τις πρώτες -εισαγωγικές σελίδες του κειμένου).

      Αφιερωμένη στη μνήμη του δασκάλου του συγγραφέα, Δ. Ν. Μαρωνίτη ("-Δημήτρη Μαρωνίτη, εράσμιε δάσκαλε πολύτιμε, καλό σου ταξίδι-" σημειώνεται εισαγωγικά) η νουβέλα του Κοροβίνη δίνει με το "άλλοθι" της λογοτεχνίας και της γλώσσας (την οποία ο συγγραφέας έδωσε και σε προηγούμενα έργα του, δείγματα "ερωτικώ σχεδόν τω τρόπω" χρήσης της) τη δική του "απάντηση" στον προσδι-ορισμό του Αλεξανδρινού.

            Γλωσσική άσκηση η συγγραφή αλλά και η ανάγνωση

      «Η δυσκολία και η "τόλμη" δεν ήταν η χρήση της καθαρεύουσας αλλά το να μπω στη θέση του αυτοαναλυόμενου Καβάφη. Το επιχείρησα εν είδη συγγενικού δικαιώματος. Ο Γ. Βιζυηνός, ο Αλ. Παπαδιαμάντης και ο Κ. Καβάφης εμπεριέχονται στην προσωπική μου μυθολογία..." -(προηγήθηκαν "Το πρώτο φιλί:  Ένα απόγευμα του Γιωργάκη Βιζυηνού στο χαρέμι του Αμπντουλαζίζ -Εκδόσεις Άγρα και Ιστός, 2015- και "Το Αγγελόκρουσμα. Η τελευταία νύχτα του κυρ-Αλέξανδρου" -Εκδόσεις Άγρα 2012) . Η καθαρεύουσα είναι γλώσσα που με καταπίεσε - γλώσσα εξοστρακισμένη, αποβλημένη αλλά την εμπεριέχω. Τα παιδιά του ΄60 και του '70 -έστω ως αρνητική περιουσία- σε βάθος χρόνου την εμπεριέχουν», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Θωμάς Κοροβίνης απαντώντας στην ερώτηση περί του τολμήματος στη χρήση της "αυστηρής" -προπολεμικής καθαρεύουσας στον φαντασιακό αυτοαναφορικό μονόλογο του ποιητή .

      Η "αυστηρή" καθαρεύουσα του κειμένου "θυμίζει" τη γλώσσα του Εμμανουήλ Ροΐδη -όχι όμως την "ιδιαίτερη" που χρησιμοποιούσε στα κείμενα του ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ή ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Εδώ, στο κείμενο του Κοροβίνη, ο Αλεξανδρινός ψιμυθιάζει τον λόγο του με στοιχεία πολίτικης ντοπιολαλιάς που τονίζουν τη δική του αυτοσύσταση ως Πολίτη...

      «Θεωρούσε πρόκριση ο Καβάφης το να είναι Πολίτης στην καταγωγή... Να ένα ακόμα "κοινό" μας. Κι εγώ θεωρώ πρόκριση, με βοήθησε πολύ η Πολίτικη -όχι καταγωγή, αλλά- Παιδεία μου επί 19 χρόνια στην Πόλη. Ανέστειλε με τα στοιχεία του κοσμοπολιτισμού της τα τυχόν κόμπλεξ μου ως επαρχιώτη έναντι της Αθήνας και με πρόκρινε ως Πολίτη-πολίτη...» λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Κοροβίνης. («Απεφάσισα παραλλήλως εις το αυτοβιογραφικόν μου τούτο πεζογράφημα να δοκιμασθώ ασκούμενος εις την γλωσσικήν έποψιν της ελληνικής, την λεγομένην καθαρεύουσα. Με την σημείωσιν ότι η μείξις της μετά τινών στοιχείων της δημοτικής αλλά και τινών ιδιωματισμών του πολίτικου ιδιώματος είναι εις την περίπτωσίν μου άφευκτος», σημειώνεται εισαγωγικά από τον συγγραφέα στην έκδοση).

       ... Ευρισκόμεθα εις το έτος χίλια οκτακόσια ογδοήκοντα οκτώ. Ήτο φθινόπωρον, περί τα μέσα Σεπτεμβρίου. Είχον μόλις επιστρέψει από τον απογευματινόν μου περίπατον εις την εγγύς του Νιχωρίου βοσπορινήν παραλίαν και ανεπαυόμην εις το αίθριον της οικίας του πάππου μου, όπου επί τρεις και πλέον μήνας εφιλοξενούμεθα οικογενειακώς, η χήρα μήτηρ μου και εγώ μετά των αδερφών μου...

      ...Η τύχη εκείνου του αιφνιδίου, του πρώτου, του μεγάλου έρωτος ήτο αυτή: το όνειρον της πραγματοποιήσεώς του να «βουλιάξει», αλλά να μη αφανισθεί εντελώς, να μεταμορφωθεί συγκεκαλυμμένος εις μικράν, αγνήν φιλίαν κατά το υπόλοιπον της διαμονής μου εις την Πόλιν, και ο ιδανικός ίσως εταίρος, ο ιδεώδης εραστής μου, να ανακαλείται κατόπιν, ως είδωλον της ποιήσεώς μου, ως το μοιραίον πρόσωπον το οποίον με ωδήγησεν μαγνητισθέντα εις τον πρώτιστόν μου έρωτα εντός του οθωμανικού λουτρού, και ως ο περιπόθητος συνοδοιπόρος μιας ηδονικής άμα δε και τυραννικής, αποστολής και ενός αλησμονήτου περιπάτου εις την Πόλιν των δεκαεννέα χρόνων μου. Και ίσως αυτή η "βόλτα" να με χάρισε το πλάσμα του μύθου το τέλειον, εκείνο το οποίον έλαβε σχήμα ποιητικόν και γένηκε στο τέλος "Ο Δεκέμβρης του 1903" ...("Κι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω/ αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια*/ όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,/ ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου,/ οι μέρες του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου,/ τες λέξεις και τες φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν/ εις όποιο θέμα κι αν περνώ, όποιαν ιδέα κι αν λέγω". Από τα Κρυμμένα ποιήματα 1877-1923 Ίκαρος 1993)

    Πηγή: ΑΠΕ (Β. Χαρισοπούλου)