Θα αναμορφωθεί ή θα πεισμώσει ο ΣΥΡΙΖΑ;

[ Γιώργος Κουτούβελας / Ελλάδα / 15.09.15 ]

 

 Αν οι εκλογές μπορούσαν να αλλάξουν κάτι, τότε, θα ήταν παράνομες. Αυτή η φράση, η οποία γράφεται και ξαναγράφεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να ιδωθεί από πολλές οπτικές γωνίες. Από την αριστερά (σ.σ. κι όχι άκρα αριστερά, ακόμη δεν έχω κατανοήσει τι πάει να πει «άκρα» αριστερά) μέχρι την άκρα δεξιά (σ.σ. κι όχι  δεξιά, έννοια την οποία επίσης αδυνατώ να κατανοήσω). Κάπως έτσι λοιπόν αυξάνεται η δημοτικότητα αυτής της φράσης η οποία δύναται να φανεί χρήσιμη και στα δύο χέρια. Για εκείνους που εντοπίζουν την προβληματική της εποχής μας στη κακή μας νοοτροπία, δηλαδή στο ξεροκέφαλό μας, δεν έχω να πω πολλά. Για εκείνους από την άλλη, που, ναι μεν δεν υποβαθμίζουν το παραπάνω, αλλά από την άλλη το θεωρούν μία από τις πολλές συνέπειες ενός σαθρού συστήματος  έχω να επισημάνω τα εξής.

 Η εκλογική διαδικασία, ως έχει σήμερα, είναι δομημένη ώστε να  περιορίζει στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τη λεγόμενη λαϊκή ετυμηγορία (βλ. πενήντα επιπλέον έδρες στο πρώτο κόμμα, έλλειψη απλής αναλογικής στο εκλογικό σύστημα κ.α.). Αυτό όμως δεν  αναιρεί την δυνατότητα μίας μη συστημικής επιλογής από την πλειοψηφία των πολιτών. Σε αυτό το σημείο εύλογα αναρωτιέται κανείς τι είναι και τι δεν είναι συστημική επιλογή. Η απάντηση, αν και προφανής, δεν είναι, δυστυχώς, καθόλου δεδομένη. Συστημική επιλογή είναι εκείνη της οποίας οι πράξεις ή η έλλειψη αυτών των πράξεων  βοηθούν στην λειτουργία ενός συστήματος. Στον αντίποδα αυτού, μη συστημική επιλογή μπορεί να χαρακτηριστεί  εκείνη η  οποία μπορεί και θέλει να διακόψει τουλάχιστον, κάποιες από τις βασικές λειτουργίες του εκάστοτε συστήματος. Η σύγχυση που βρισκόμαστε σήμερα εντοπίζεται σε αυτό ακριβώς το σημείο. Σχεδόν σε όλα τα επίπεδα του κοινωνικού βίου, από την καλλιτεχνική μέχρι την πολιτική σκηνή ισχύει ο ίδιος κανόνας: ό,τι δηλώνεις είσαι. Βλέπουμε πολιτικούς σχηματισμούς, από νεοναζιστικά μορφώματα, κόμματα μιντιακής έμπνευσης μέχρι αριστερά κινήματα να προφασίζονται τη  διαφορετικότητα ή την αντισυστημικότητά τους. Η αναφορά αυτή δεν γίνεται φυσικά για να γίνει οποιουδήποτε τύπου σύγκριση π.χ. μεταξύ  της νεοναζιστικής «χρυσής αυγής» και του «ποταμιού» με την «λαϊκή ενότητα», κάτι το οποίο ούτως η άλλως δεν είναι δυνατό, αλλά για να γίνει μία σημαντική επισήμανση. Η χρυσή αυγή και το ποτάμι εκτρέφονται από το ίδιο σύστημα στο οποίο προφασίζονται την εναντίωσή τους, γεγονός που τους κατατάσσει στην κατηγορία εκείνων που δεν θέλουν με κανέναν τρόπο και για κανέναν λόγο να εναντιωθούν επί της ουσίας, στα συμφέροντά του. Η λαϊκή ενότητα από την άλλη, λαμβάνοντας υπ’ όψιν, τους υπάρχοντες συσχετισμούς,  πλέον δεν μπορεί  ακόμη κι αν  θέλει, να παρέμβει καταλυτικά στις δομές του υπάρχοντος συστήματος. Τα ηγετικά στελέχη αυτού του κινήματος υπέπεσαν στο ίδιο ατόπημα ( όπως το χαρακτήριζαν οι ίδιοι) για το οποίο τόσο καιρό κατηγορούσαν το KKE. Δηλαδή δεν θέλησαν να «λερώσουν» τα χέρια τους, να αποδεχτούν δηλαδή την πολιτική ήττα, την οποία υπέστη η προηγούμενη κυβέρνηση, και να πορευθούν με  ό,τι τους απέμεινε από αυτή την ήττα. Όσοι επέλεξαν να παραμείνουν στον ΣΥΡΙΖΑ είτε από θάρρος, είτε από πείσμα, είτε από ίδιον συμφέρον, είτε και από όλα τα παραπάνω μαζί, έχουν την δυνατότητα και την προοπτική να συνεχίσουν την πολιτική τους αντίδραση στο εσωτερικό υποσύστημα. Τα διακυβευόμενα πλέον, και προς το παρόν, δεν είναι τα μεγάλα, πολιτειακού τύπου ζητήματα, αλλά μικρότερα πράγματα, τα οποία, όμως, δύνανται να διευκολύνουν ή να δυσκολέψουν περαιτέρω τον καθημερινό βίο των ανθρώπων που διαμένουν σε αυτό τον τόπο.

Από την άλλη πλευρά το ΚΚΕ, αν και θωρακισμένο και, ως φυσικό επακόλουθο, βραδυκίνητο κόμμα, λειτουργεί στα όρια της θεσμικής του θέσης ως σημείο αναφοράς της αριστεράς. Στα όρια που κινείται το κομμουνιστικό κόμμα ενισχύεται η αντισυστημική όψη του κοινοβουλίου, τουλάχιστον, στο επίπεδο της ρητορικής και της ιδεολογικής αγνότητας. Από εκεί και πέρα  όπως δηλώνει το ίδιο το κόμμα, δεν μπορεί να γίνει τίποτα περισσότερο χωρίς τον μετασχηματισμό των πολιτικών συσχετισμών.

 Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θύμιζε κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης, μία ομάδα αντιεξουσιαστών που επιχειρούσε να φέρει δικαιοσύνη στους δρόμους απέναντι σε δεκαεννιά διμοιρίες ματ. Ήξερε πως δεν είχε καμία ελπίδα, αλλά παρ’ όλα αυτά πάλεψε για την τιμή των όπλων. Πρακτικά δεν κέρδισε τίποτα άλλο παρά μια θέση στο αναμορφωτήριο της Ε.Ε. Αν θα αναμορφωθεί ή αν θα  πεισμώσει δεν μπορούμε να το ξέρουμε ακόμη. Θα είχε όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αν τους δοθεί η ευκαιρία, να το μάθουμε.