Η συνέντευξη με την Μπέττυ Μπαζιάνα

[ Κώστας Καναβούρης / Ελλάδα / 05.01.18 ]

                    

 Με την δημοσιογράφο Έφη Μαρίνου που πήρε την εξαιρετική συνέντευξη από τη σύντροφο του Πρωθυπουργού κυρία Μπέττυ Μπαζιάνα, για λογαριασμό της «Εφημερίδας των Συντακτών» (Σαββατοκύριακο 5-7 Ιανουαρίου 2018), με συνδέει βαθιά φιλία ετών και ισχυρότατα αισθήματα αγάπης και εκτίμησης. Η – εξαιρετική επαναλαμβάνω – συνέντευξη της κυρίας Μπαζιάνα, συνέντευξη λεπτών χειρισμών, τόσο έμφυλων, όσο και πολιτικών, επιβεβαίωσε για μια ακόμη φορά την εκτίμησή μου. Απόλαυσα κάθε της λέξη και ένιωσα περήφανος γι’ αυτή μου τη φιλία. Κι ακόμη πιο πέρα: ένιωσα περήφανος για τη σοβαρότητα αυτών των δύο γυναικών που παρέδωσαν με τη συζήτησή τους ένα μάθημα αξιοπρέπειας και αληθινής αξίας, το οποίο, πέρα από το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τα διαμειφθέντα, είναι μια κατάθεση υπέρ ανατροπής όλων των απόψεων περί «φυσικών ανισοτήτων». Και γι’ αυτό εκτείνεται πολύ μακρύτερα από το να θεωρηθεί συνηγορική προς την ισότητα των φύλων. Γιατί είναι απολύτως συνηγορική προς την ισότητα της ανθρώπινης κατάστασης όλων. Τις ευχαριστώ γι’ αυτό το μάθημα και τις δύο. Ένα μάθημα διαλάμπουσας ηρεμίας και στιβαρής τεκμηρίωσης του παρουσιασμένου ανθρώπου, του εμφανούς πολίτη. Ένα μάθημα απαραίτητο σε μέρες που οι κάθε λογής φασισμοί πληθαίνουν και μεταξύ τους ισχυρό μερίδιο κατέχουν οι έμφυλοι και ταυτοτικοί φασισμοί. Ισχυρό μάθημα δημοκρατίας ήταν αυτή η συνέντευξη και πρέπει να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στις δύο κυρίες. «Δεν ζω εν αντιθέσει, ζω εν θέσει», μου είχε πει κάποτε ο Γιάννης Ρίτσος. Γι’ αυτό το «εν θέσει» τους, τις ευχαριστώ.

Και δεν θα μπω στον πειρασμό των συγκρίσεων γιατί θα ταπείνωνα το ήθος του γεγονότος. Δεν θα μπω επίσης στον πειρασμό της υπεράσπισης από διάφορες γελοίες επικρίσεις, γιατί θα ταπείνωνε εμένα ως αυτόκλητο προστάτη. Θεός φυλάξοι. Άλλωστε η κυρία Μπαζιάνα και η κυρία Μαρίνου δεν χρειάζονται προστασία. Άλλοι είναι εκείνοι οι προστατευμένοι από την φρούδα ισχύ που πρέπει να αναμετρηθούν μαζί τους, με την αβάσταχτη βεβαιότητα ότι θα βρεθούν ολιγότεροι κατά τη «μέτρηση» και τη «ζύγιση». Γνωρίζω, βέβαια, τον μόχθο και την αξιοσύνη που χρειάζεται ώστε να «περιλάβεις» το ήθος της προφορικότητας στο γραπτό κείμενο που πάντα θα είναι μικρότερο σε μέγεθος από τις ανάσες και τις τονικές «συννενοήσεις» του προφορικού εαυτού. Πάντα θα υπάρχει ο κόπος της μετατροπής της «προφορικότητας» σε «γραπτότητα». Έχω τη γνώμη ότι σε τέτοιου «ειδικού βάρους» συνεντεύξεις η «γραπτότητα» γίνεται οιονεί λογοτεχνική προσπάθεια. Ή και είδος.

Ακριβώς όμως, επειδή γνωρίζω το μόχθο που χρειάζεται  ώσπου να αναγνωσθεί ένα τέτοιο κείμενο, πρέπει να σταθώ σε τέσσερις λέξεις που μπορεί και να πέρασαν απαρατήρητες: «Ας πορευτούμε με αξιοπρέπεια», είπε σε κάποιο σημείο της γραπτής έκφανσης της συνέντευξής της η κυρία Μπαζιάνα. «Ας πορευτούμε με αξιοπρέπεια».

Εδώ γίνεται το άγριο παιχνίδι. Να πορεύεσαι με αξιοπρέπεια. Εδώ στήθηκε ολόκληρος ο πολιτισμός της επιβίωσης από καταβολής κόσμου. Η Αριστερά, κατά την ιστορική της διαδρομή, απλώς το κατανόησε, το ενστερνίστηκε και διαμόρφωσε αναλόγως τα διατρητικά της μέσα απέναντι στο φαινομενικό σκοτάδι. Απέναντι στη φαινομενολογία της αντιηθικής με τα εκατομμύρια των νεκρών που στριμώχνονται μέσα στα χρηματιστηριακά χαρτοφυλάκια και τις τραπεζικές θυρίδες. «Ας πορευτούμε με αξιοπρέπεια».

Πάει να πει, «ας αντέξουμε να πορευτούμε με αξιοπρέπεια». Δεν είναι ευχή. Είναι αγώνας. Κι αν αυτό τον αγώνα δεν τον δώσει η Αριστερά, όλη η Αριστερά, δεν θα τον δώσει κανένας. Κυρίες μου σας ευχαριστώ.