Η πόλη των φοιτητών και των χρωμάτων

[ Ελένη Κόλια / Ελλάδα / 29.08.15 ]

Τέλος Αυγούστου και τούτη η εποχή έχει στην πόλη μας, στην πόλη των 10.000 και πλέον φοιτητών, τη δική της εικόνα. Εικόνα φτιαγμένη πάντα με χρώματα ζωηρά, δυνατά, αισιόδοξα.

Μπροστά βαδίζει το παιδί. Η χαρά, η αισιοδοξία, η προσμονή. Και πίσω οι γονείς. Η ανακούφιση, η κούραση, η αγωνία. Κοιτούν γύρω τους αμήχανα, περίεργα, συζητούν χαμηλόφωνα, διαφωνούν έντονα, διαπραγματεύονται σκληρά και ποτέ δε διαφεύγουν της προσοχής τους τα αναρτημένα σε όλη την πόλη εκατοντάδες “ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ”. Φοιτητής στα Γιάννενα αναζητά στέγη……

Χιλιάδες παιδιά κάθε τέλος καλοκαιριού, ανοίγουν πανιά για τις ήρεμες θάλασσες της γνώσης και τις ταραγμένες θάλασσες της ενηλικίωσης. 2.640 νέοι φοιτητές, πρωτοετείς εισήχθησαν φέτος στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 2.640 νέοι ακαδημαϊκοί πολίτες δίνουν ήδη ζωντάνια με την περήφανη περπατησιά τους στους δρόμους της πόλης μας.

Τα βουνά μας, άγρια ψηλά κι αγέρωχα, έκαναν τους ανθρώπους τούτου του τόπου, φίλους της σκληρής πέτρας, περιόρισαν τον ορίζοντα. Τα γράμματα άνοιξαν το δρόμο να φύγουμε μακριά από τα βουνά. Και τα σύγχρονα γράμματα έφεραν τη νιότη και την αδιαπραγμάτευτη ελευθερία της στην πόλη των Ιωαννίνων. Κι έγιναν τα βουνά σύμβολο δύναμης και σταθερής αναφοράς, έγιναν στόχοι υψηλοί και όνειρα πραγματοποιήσιμα.

 Σε τούτη εδώ τη φοιτητούπολη, έμαθαν σιγά σιγά οι σκληροί της άνθρωποι, να ανοίγουν πόρτες κι αγκαλιές στον ξένο, στα ξένα παιδιά. Έμαθαν να ακούν τις αγωνίες τους, να στηρίζουν τις μικρές και μεγάλες μάχες τους, να κατανοούν και ενίοτε να ενστερνίζονται το νέο στη σκέψη και την πράξη.

Τα σοκάκια της παλιάς πόλης των Ιωαννίνων και οι πεζόδρομοι του σύγχρονου κέντρου, κρατούν φυλαγμένα μυστικά από τις πρώτες επιφυλακτικές και αδέξιες νυχτερινές περιπλανήσεις των άρτι ενηλικιωμένων πρωτοετών φοιτητών. Οι μικρές γκαρσονιέρες, τα άνετα δυαράκια, τα ευρύχωρα και οικονομικά τριάρια ετοιμάζονται να φιλοξενήσουν παιδιά που θα φτιάξουν χαρά, συντροφικότητα, άποψη, που θα γίνονται μέρα με την ημέρα φίλοι κι αδέρφια.

Περπατώ στις άκρες της λίμνης Παμβώτιδας στις αρχές του φθινοπώρου, πατώντας δειλά τα πεσμένα κίτρινα φύλλα από τα πλατάνια και τους συναντώ. Τους συναντώ στην πρώτη τους βόλτα, στην πρώτη επαφή με το καθοριστικό υγρό στοιχείο του ηπειρωτικού τοπίου μας, στην πρώτη γνωριμία με τους θρύλους και τις παραδόσεις. Σκύβω αμήχανα το κεφάλι σε τούτες τις συναντήσεις, με καθηλώνει το δυνατό καθαρό τους βλέμμα, με συναρπάζει η ανέμελη έκφραση του προσώπου τους, μου γεμίζουν το μυαλό εικόνες από τις δικές μου πρώτες φοιτητικές μέρες σε μια άλλη πόλη, σε μια άλλη στιγμή. Ανοίγω το τηλέφωνο, ψάχνω, το Γιώργο, την Ανθούλα, τη Λίτσα, τους παλιούς μου συμφοιτητές, τους παντοτινούς μου φίλους….

Καλό ξεκίνημα στη νέα ζωή αυτών των παιδιών, είθε και αυτή η γενιά να ανατρέψει όλα όσα μέχρι σήμερα θεωρούσαμε δεδομένα και να αναταράξει ό,τι βρίσκεται σε πλήρη ηρεμία ή τελματώδη κατάσταση.