Η ομορφιά που καταστρέφει τον κόσμο

[ Κατέ Καζάντη / Ελλάδα / 09.07.18 ]

Θα σώσει, εν τέλει, η ομορφιά τον κόσμο; Η υπέρλογη πεποίθηση του πρίγκιπα Μίσκιν, πως η αρμονία της ψυχής, που οι χριστιανοί ταυτίζουν με την ιδέα του Ιησού, θα ελευθερώσει τον άνθρωπο από τα δεινά του πόνου της εγκόσμιας ζωής, αλλά και οι πολιτικοί προβληματισμοί του Φρίντριχ Σίλερ, που κατέληξαν στο μνημειώδες «Για την αισθητική παιδεία του ανθρώπου», αναδεικνύουν την αισθητική εμπειρία σε υπερβατολογική αυταξία, λυτρωτική, μεταφυσικού τύπου, βεβαιότητα.

Η θρησκευτικότητα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι και η αντίστοιχη, υποβόσκουσα, του Σίλερ, συνδέουν πολιτική και μεταφυσική, εγκόσμιο και υπερκόσμιο βίο, μέσω της παραδοξότητας: η ωραιότητα, ως υπόθεση καρδιάς, θα οδηγήσει στην αγαθότητα, με την οποία προοδευτικά θα ταυτιστεί. Από κει ανοίγει ο δρόμος προς την ελευθερία και την ισότητα, κατακυρώνεται άρα ο ηθικός κόσμος και, προφανώς, η ευτυχία του ανθρώπου. Η θρησκευτική εμπειρία, έτσι, επανακτά την κοινωνική της λειτουργία. Από μοναχή της, ως προσωπική εμπειρία, μετασχηματίζει την κοινωνία, θεμελιώνει την κοινωνική ευταξία, αίρει τις αδικίες. Είτε κατ’ εξοχήν ομορφιά είναι ο Θεός είτε η τέχνη, ο ρόλος τους για τον εν τω κόσμω βίο είναι κοινός, αυτός της απολύτρωσης.

Η ιεροποίηση του α-πολιτικού είναι, λοιπόν, εδώ. Η ρομαντική νέα προσδοκία τοποθετεί την ωραιότητα και την τέχνη εξωκοινωνικά, πέρα και πάνω από τις ανθρώπινες συναλλαγές, τις ταξικές σχέσεις κυριαρχίας, την επιβολή προτύπων. Ο καλλιτέχνης δεν είναι πια υποκείμενο με δεσμεύσεις αλλά φορέας του κάλλους, ένας σύγχρονος ιερέας μιας α-νοητής θρησκείας.

Αλλά στον εμπεδωμένο, υπαρκτό καπιταλισμό, η επιβαλλόμενη ομορφιά υπακούει στους νόμους της αγοράς και εξαρτάται από αυτούς. Ο μεσάζων διαμορφώνει τους όρους της ποιότητας και αναβιβάζει ή υποβιβάζει, αναλόγως των συμφερόντων του, τα προϊόντα και τα υποπροϊόντα της τέχνης.

Το σύγχρονο πρότυπο ομορφιάς, το οποίο κατά το θέρος έχει την τιμητική του, θέλει το θήλυ εντός της νόρμας που επιβάλλει ο σεξισμός. Μια ματιά στους τηλεοπτικούς δέκτες, αλλά και παντού στη δημόσια σφαίρα, καταδεικνύει πως η υπερκερδοφόρα βιομηχανία που υποστηρίζει την «ομορφιά», πιστή στον Μαμμωνά, πριμοδοτεί την ίδια θρησκευτικότητα με εκείνη που χρεώνουν οι χριστιανοί στον Μίσκιν: χωρίς κυτταρίτιδα, με καλό αντιηλιακό και πάλλευκα δόντια, χωρίς κοινωνικούς αγώνες και με την ταξική πάλη να θεωρείται επάρατος, βία καταδικασμένη από όπου κι αν προέρχεται, ο άνθρωπος, η γυναίκα θα σωθεί. Και μαζί της και ο κόσμος.

Αναλόγως κινείται και το φιλοθεάμον κοινό. Από φεστιβάλ σε φεστιβάλ, από συναυλία σε συναυλία, από παράσταση σε παράσταση, άνθρωποι αυτοσώζονται μέσω μιας τέχνης τάχα καθαρής αλλά συχνά επηρμένης, αδιάφορης για το κοινωνικό, ουτιδανής. 

Η πλάνη είναι προφανής. Για τους ζώντες, η ωραιότητα της δίκαιης και αταξικής κοινωνίας, αντί να μεταστρέφεται σε εσωτερική αναζήτηση κάποιας απροσδιόριστης ψυχικής αρμονίας, η οποία, τάχατε, θα καταλήξει συλλογική, δεν είναι φαντασιακή υπόθεση. Είναι καθημερινός αγώνας, ο οποίος δεν έχει καμία, μα καμία, σχέση με την ομορφιά. Απεναντίας.