Η μεταμόρφωση

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 01.03.18 ]

Δεν ξέρω τι ζόρι τραβούσε. Ίσως που ανέσκαφταν τον μπαξέ της. Τη θυμάμαι πάντως να κάθεται με τις ώρες, κρατώντας μια τσάπα στο χέρι και να αφουγκράζεται υπόγειες δονήσεις. Ερχόταν μετά και μου έδειχνε το αποτρόπαιο κατόρθωμά της. Ένας ακόμη τυφλοπόντικας θύμα των νευρώσεών της. Απέστρεφα εγώ το βλέμμα, εξυφαίνοντας με το μυαλό μου σχέδια εκδίκησης. Ότι μεταμορφώνομαι σε τυφλοπόντικα και ξεριζώνω όλες τις μπάμιες και τις ντοματιές και τα φασολάκια από το μπαξέ της.

Αλλά τι μου ’ρθε τώρα και αναθυμάμαι τα καμώματά της; Τρεις η ώρα τα χαράματα και σκάβω ακόμη σήραγγες μες στο υπόγειο γραφείο μου. Η ηλικιωμένη μάνα μου έχει από χρόνια εγκαταλείψει τον μπαξέ, τα λαχανικά και την τσάπα της. Εγώ πάλι βρίσκω και ξαναβρίσκω τον εαυτό μου στο ίδιο ακριβώς σχέδιο εκδίκησης. Φτύνω τις παλάμες, τρίβω τα χέρια και ξεριζώνω και ξεριζώνω και ξεριζώνω όλα τα κηπευτικά της. Χε-χε.