Η μαγική Άννα Αχμάτοβα

[ ARTI news / Κόσμος / 23.06.19 ]

Ρέκβιεμ (μτφ. Άρης Αλεξάνδρου)

Έτσι κι αλλιώς θα ‘ρθείς, γιατί οχι τούτη τη στιγμή:
Σε περιμένω, αδύνατο να επουλωθεί το τραύμα.
Όλα τα φώτα τα ‘σβησα κ’ η πόρτα μου ανοιχτή
να μπεις εσύ καθημερνός και σπάνιος ως θαύμα.
Όποια μορφή σ’ αρέσει πάρε για να ‘ρθείς
σαν βλήμα εισόρμησε και σκότωσέ με
ή μ’ ένα ζύγι ζύγωσε σαν έμπειρος ληστής
ή με του τύφου τον καπνό φαρμάκωσέ με.
Ή ως μύθος πού ‘χεις σοφιστεί και λες από καιρό
κι όλοι τον μάθαν πια μέχρι ναυτίας, μέχρι κόρου
ώστε το μπλε πηλίκιο στην αυλή να δω
κι από τον τρόμο του χλωμό τον θυρωρό μου.
Το ίδιο πια μου κάνει. Ο Γιενισέι κυλάει μες στον αφρό
το πολικό τ’ αστέρι φέγγει μες στην αμφιλύκη
και την γαλάζια λάμψη των αγαπημένων μου ματιών
η τελευταία την καλύπτει φρίκη.

 

 Αγαπημένη Άννα Αχμάτοβα. Μαγική Άννα Αχμάτοβα.   

Το μεγαλείο της ποίησής της, κρύβεται στο γεγονός, ότι ήταν απολύτως κατανοητή, οι στίχοι της απευθύνονταν εξίσου σε όλους.

Χωρίς τον πολιτιστικό πλούτο και τις μυθολογικές αναφορές του Μάντελσταμ. Χωρίς τους εξωτισμούς του Νικολάι Γκουμιλιόφ, χωρίς τους εκλεπτισμούς του Μιχαήλ Κουζμίν. Όλοι τους θαμώνες του καλλιτεχνικού υπογείου «Αδέσποτος σκύλος» στην Αγία Πετρούπολη, όπου μαζευόταν όλη η μποέμ κοινωνία της ρωσικής τότε πρωτεύουσας.

Το 1961 η Αχμάτοβα θα γράψει:

«Ούτε κάτω από τους ξένους ουρανούς,

Ούτε κάτω από την προστασία των ξένων φτερών,

Ήμουν με τον λαό μου,

Όπου δυστυχώς ήταν ο λαός μου».

Δεν μετάνιωσε ποτέ γι’ αυτή την απόφαση, παρόλο που την πλήρωσε ακριβά. Η ίδια δεν εκτελέστηκε, όπως ο Νικολάι Γκουμιλιόφ,δεν φυλακίστηκε και δεν πέθανε στο στρατόπεδο της Σιβηρίας, όπως ο Όσιπ Μάντελσταμ, δεν υποχρεώθηκε στην μετανάστευση όπως ο νεώτερος της φίλος και συνάδελφος Ιώσηφ Μπρόντσκι. Όμως ο μοναδικός της γιος, Λεφ Γκουμιλιόφ πέρασε δέκα χρόνια στις φυλακές και στα στρατόπεδα την περίοδο 1930-1950, ο τρίτος της άνδρας, ο ιστορικός τέχνης Νικολάι Πούνιν, φυλακίστηκε τρεις φορές τη δεκαετία του ΄30 και πέθανε τελικά στο στρατόπεδο εργασίας εκτίοντας την ποινή του.

Το 1957 στον πρόλογό της για το Ρέκβιεμ, η Αχμάτοβα θα γράψει:

«Στα φρικαλέα χρόνια του Εζόφ (1936-1938) πέρασα 17 μήνες στις ουρές των φυλακών στο Λένινγκραντ. Μια μέρα κάποιος με αναγνώρισε. Και τότε μια γυναίκα, που στεκόταν πίσω μου, με μπλε χείλη, η οποία μέχρι τότε δεν έχει ξανακούσει το όνομά μου, βγήκε από την χαρακτηριστική για όλους μας καταληψία, και με ρώτησε στ’ αφτί (όλοι μας μιλούσαμε ψιθυριστά εκεί): «Θα μπορούσατε να το περιγράψετε όλο αυτό;» Κι εγώ απάντησα: «Ναι, θα μπορούσα.». Και τότε ένα χαμόγελο γλίστρησε στη μάσκα, που κάποτε ήταν το πρόσωπό της»...

Στην ίδια περίοδο αναφέρεται κι ένα άλλο μικρό εκτενές ποίημά της Τα Θρύψαλα:

 

«Στερημένη νερό και γη,

χωρισμένη απ’ τον μοναχογιό μου,

στο ικρίωμα, στη σιγή,

στέκομαι όπως στην αίθουσα του θρόνου.

 

Εφτά χιλιάδες χιλιόμετρα και τρία...

Που ν’ ακουστεί η φωνή

Στο σκοτάδι της αβάσταχτης δίνης

στου πολικού αγέρα βοή.

Αγρίεψες εκεί, στον Άδη,

Πρώτος μου, τελευταίος, μονάκριβος.

Και πάνω απ’ τον τάφο μου,

Στο Λένιγκραντ,

Αδιάφορη στέκει η Άνοιξη.

Να που σ’ έφτασε η φιλονικία,

Στου Ενισέι τις όχθες,

Για σας είναι κίνδυνος και αλητεία

Για μένα – μονάχα γιος μου.

 

Και κάποιοι με διέταξαν:

«Μίλα! Θυμήσου τα πάντα!»

Λέον Φιλίπε. Ανάκριση.

Σε πόσους μίλησες άραγε,

Και σε ποιον τα είπες, πικρή,

Ότι σαπίζει ο γιος σου στα κάτεργα,

Ότι η Μούσα σου είναι νεκρή;

Από όλους πιο ένοχη είμαι

Από επιζώντες και μη

Και στο τρελάδικο να κυλιέμαι

Για μένα μεγάλη τιμή.

Και σε γάντζο ζεστό, ματωμένο

Το τομάρι μου θα κρεμαστεί,

Για να βλέπουν οι άπιστοι ξένοι,

Και να γελούν οι αστοί.

Θα γράψουν οι εφημερίδες

Για το χάρισμά μου ανθοφόρο,

ότι σαν ποιήτρια ήμουν σπουδαία,

αλλά ήρθε η δεκατη τρίτη μου ώρα...»

 Όπως όλα τα μεγάλα ποιήματα η Αχμάτοβα γράφει τα Θρύψαλα επί 20 ολόκληρα χρόνια από τη δεκαετία του ‘30 έως το 1958. Έτσι στο θρήνο της χωράνε, εκτός από τον γιο της, και ο Όσιπ Μάντελσταμ, που χάθηκε στη Σιβηρία το 1938, και ο Νικολάι Πούνιν και τόσοι και τόσοι άλλοι. Η Αχμάτοβα, σαν χειρουργός, θα κουβαλάει σε όλη της τη ζωή το δικό της νεκροταφείο...

Θα μπορούσε να είχε σωπάσει όπως τόσοι και τόσοι ποιητές και συγγραφείς ή να συμμορφωθεί . Είτε να γίνει αλκοολικιά, όπως οι περισσότεροι. Δεν σώπασε όμως, ούτε συμμορφώθηκε, αλλά ούτε και τα έριξε στο πιοτό.

Θα μπορούσε να αυτοκτονήσει. Αλλά ούτε αυτό έκανε, έχοντας το θάρρος να περάσει όλη της τη ζωή «στο ικρίωμα».

Γιατί δεν ήταν μονάχα η μοναδική δυνατή γυναικεία φωνή της ρωσικής ποίησης, ήταν η ίδια η ψυχή της ή το σημαντικότερο – η συνείδησή της. Ήταν μέτρο αντοχής της ρωσικής κοινωνίας, μέτρο του θάρρους της.

Στο ποίημα Άννα Αχμάτοβα, γραμμένο το 1914 ο Όσιπ Μάντελσταμ παρομοιάζει την ποιήτρια με την διάσημη εβραιογαλλίδα ηθοποιό Ελίζα Ρασέλ, την ασύγκριτη ερμηνεύτρια του ρόλου της Φαίδρας στο γαλλικό κλασσικό θέατρο της δεκαετίας ΄30-΄40 του 19ου αιώνα. Η Ρασέλ θριάμβευσε στην Φαίδρα του Ρακίνα στην ηλικία των 22 ετών. Το 1914 η Αχμάτοβα ήταν μόλις 25.

Έτος1914. Ορόσημο για πολλούς Ρώσους ποιητές του Αργυρού αιώνα, ο οποίος ανέτειλε τις δεκαετίες ΄80-΄90 του 19ου αιώνα και έδυσε βιαίως το 1921, με τις πρώτες εκτελέσεις από τη συντεχνία τους. Έτος του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, που τους χώρισε σε πατριώτες-ειρηνιστές και πατριώτες-πολεμιστές.

Για την Αχμάτοβα ήταν η τελευταία χρονιά του πρώτου και πραγματικού της – όσο ήταν δυνατόν, τουλάχιστον - έγγαμου βίου, με «κούνιες παιδικές», με 18μηνίτικο γιο, σπίτι και σύζυγο. Το 1914 ο Νικολάι Γκουμιλιόφ θα φύγει εθελοντής στον πόλεμο, και το 1918 θα πάρουν διαζύγιο. Άλλο σπιτικό και με άλλον άνδρα η Αχμάτοβα δε θα στήσει, παρά τους δυο ακόμα γάμους – έναν αληθινό και έναν ανεπίσημο.

Στο σπίτι εκείνο φοβόμουνα να ζήσω.

Και ούτε η ζεστή φωτιά στο τζάκι,

ούτε η κούνια του μικρού παιδιού μας

ούτε ότι ήμασταν ακόμα νέοι,

γεμάτοι σχέδια, δεν με βοηθούσε

ν’ απαλλαγώ από την αίσθηση του τρόμου.

Και έμαθα να τον κοροϊδεύω,

και άφηνα κανάτα με κρασί

και κόρα για εκείνον, που τη νύχτα

σαν το σκυλί γρατζούνιζε την πόρτα

ή έριχνε ματιές από τον φεγγίτη.

Και κάναμε προσπάθεια ν’ αγνοούμε,

τι γίνεται πίσω από τον καθρέφτη,

κάτω από ποιές βαριές και μαύρες μπότες

στενάζουνε συχνά τα σκαλοπάτια

εκλιπαρώντας να τα λυπηθούμε.

Παράξενα χαμογελούσες τότε.

«Ποιον κουβαλάνε πάλι μες στη νύχτα;»

Τώρα από κει, που ξέρουν όλα, πες μου:

Τί ήταν αυτό, που ζούσε πλάι μου;

Είναι το τρίτο μέρος των Βόρειων Ελεγειών, ενός μεγάλου φιλοσοφικού ποιήματος, το οποίο η Αχμάτοβα έγραφε μια ολόκληρη ζωή, επί τρεις δεκαετίες. Αυτό το κομμάτι γράφτηκε πρώτο, το 1921, τη χρονιά εκτέλεσης του Νικολάι Γκουμιλιόφ, του θανάτου του Αλεξάνδρ Μπλοκ, του τέλους του Αργυρού Αιώνα. Εκεί ομολογεί και την απέραντη μοναξιά της, την παράξενή της φύση, που ευκολότερα συνάπτει σχέσεις με τις δυνάμεις «πίσω από τον καθρέφτη», παρά με πραγματικούς ανθρώπους.

Την έλεγαν μάγισσα, νεράιδα. Ο ζωγράφος Αμαδέο Μοντιλιάνι ήταν σίγουρος, ότι η Αχμάτοβα ήταν προφήτισσα. Η Μαρίνα Τσβετάγιεβα την προειδοποιούσε τρομαγμένη: «Δε φοβάστε να τα γράφετε; Δεν ξέρετε, ότι τα ποιήματα πραγματοποιούνται ;» Τα ποιήματα της Αχμάτοβα όντως πραγματοποιούνταν...

Ή Άννα Ανδρέγιεβνα Γκόρενκο – γιατί αυτό είναι το πραγματικό όνομα της Αχμάτοβα – γεννήθηκε τη νύχτα της 23ης Ιουνίου του 1889 κοντά στην Οδησσό, «στη θάλασσα κοντά», όπως θα γράψει η ίδια, στην οικογένεια του αξιωματικού του Ρωσικού ναυτικού Αντρέι Γκόρενκο. Τη νύχτα αυτή ο ρωσικός λαός θεωρεί μαγική – τη νύχτα της γέννησης του Ιωάννη Βαπτιστή, του Ρώσου Ιβαν Κουπάλα, όταν τα βότανα και νερό αποκτούν μαγική δύναμη.

Γεννήθηκε στις 23 Ιουνίου, όταν γιορτάζει η εικόνα της Θεοτόκου του Βλαντιμίρ, η θαυματουργή εικόνα, από τις σημαντικότερες της Ρωσικής Ορθοδοξίας, η οποία στις 23 Ιουνίου του 1472 έκανε το θαύμα της και γλίτωσε τη Μόσχα από τον Τάταρο χάνο Αχμάτ και τη Ρωσία – από το ταταρικό ζυγό. Η Αχμάτοβα, που αρεσκόταν να πιστεύει στη μακρινή της συγγένεια με τον θρυλικό Αχμάτ, έλεγε, ότι ρούφηξε όλη τη μαγεία εκείνης της νύχτας, τη λατρεία και του νερού και των βοτάνων και όλη την θέρμη του ήλιου. Αγαπούσε παράφορα τη θάλασσα και συναγωνιζόταν με τον πατέρα της στο κολύμπι. Την ίδια αγάπη για τη θάλασσα, το Νότο, τον ήλιο είχε και ο αδερφός της, ο Αντρέι Γκόρενκο, ο οποίος λάτρεψε την Ελλάδα, έζησε και πέθανε εδώ και αναπαύεται μαζί με τα δυο του παιδιά και τη γυναίκα του στο Πρώτο νεκροταφείο Αθηνών.

Η Αχμάτοβα γεννήθηκε διαφορετική.

«Ποτέ μου δεν είχα χρόνια παιδικά,

φακίδες, αρκουδάκια ή κουκλίτσες,

καλούς μπαρμπάδες, θείτσες αγαθές,

αγαπημένες φίλες στα παιχνίδια...

Από την αρχή φαινόμουν στον εαυτό μου

σαν ξένο όνειρο, σαν παραμιλητό

ή αντανάκλαση σ’ έναν καθρέφτη,

χωρίς αιτία, όνομα και σάρκα...» 

θα γράψει στις Βόρειες Ελεγείες το 1945, 56 χρονών πια, για τις απαρχές της ζωής της έως και το γάμο.

 Η Αχμάτοβα άρχισε να γράφει ποιήματα στα 11 της χρόνια. «Απαρχής γνώριζα τα πάντα για την ποίηση», θα γράψει στη βιογραφία της το 1965, ένα χρόνο πριν πεθάνει. Ο Ανατόλι Νάϊμαν θα το επιβεβαιώσει: «Δεν μπορείς να πεις, ότι η Αχμάτοβα έγραφε ποιήματα. Απλά άνοιγε το τετράδιο και σημείωνε τις στροφές, που συντάχθηκαν από πριν στο μυαλό της».

Το 1912 βγαίνει από το τυπογραφείο η πρώτη της ποιητική συλλογή Το Βράδυ, η οποία την κάνει διάσημη στους απαιτητικούς ρωσικούς ποιητικούς κύκλους.

Το 1922 στο άρθρο Γράμμα για τη ρωσική ποίηση ο Μαντελστάμ θα ισχυριστεί, ότι «η Αχμάτοβα έφερε στη ρωσική λυρική ποίηση όλη την τεράστια πολυπλοκότητα και τον πλούτο του ρωσικού μυθιστορήματος του 19ου αιώνα. Η Αχμάτοβα δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η Αννα Καρένινα του Τολστόι, αν δεν υπήρχε ο Τουργκένεφ και ο Ντοστογιέφσκι...Την ποιητική της φόρμα, οξύτατη και ιδιόμορφη, η Αχμάτοβα ανέπτυξε, ακολουθώντας την ψυχολογική πρόζα».

Σε μικρή ηλικία η Αχμάτοβα μετακόμισε με την οικογένειά της στο Τσάρσκογιε Σελό, έξω από την Αγία Πετρούπολη όπου βρίσκονταν τα θερινά τσαρικά ανάκτορα και τα καλύτερα στη Ρωσία εκπαιδευτικά ιδρύματα – τα Γυμνάσια αρρένων και θηλέων. Εκεί, στον Βορρά άνθισε το ταλέντο και της Αχμάτοβα και γι’ αυτό την αποκαλούσαν Αστέρι του Βορρά και όχι του Νότου.

Η Αχμάτοβα χόρτασε τη δόξα στις δεκαετείες του '10 και του '20 του περασμένου αιώνα. Μέσα σε μόλις 5 χρόνια βγήκαν οι τρεις της συλλογές – μετά Το Βράδυ του 1912 και το Κομπολόι του 1914, δημοσιεύεται το 1917 η συλλογή της Λευκό σμήνος. Ο Μαγιακόφσκι από τους πρώτους θα παρατηρήσει την αρχιτεκτονικότητα της ποίησής της: «Οι στίχοι της Αχμάτοβα είναι μονόλιθος, θα αντέξουν τη δύναμη οποιασδήποτε φωνής χωρίς να ραγίσουν».

Όμως μετά το χωρισμό με τον Γκουμιλιόφ και το ξέσπασμα της Επανάστασης, η Αχμάτοβα σιωπά. Ξεκινάνε τα χρόνια στέρησης, πείνας, άστεγης ζωής, αλλά και του καινούργιου της γάμου – με τον αρχαιολόγο, ειδικό στις ανατολικές γλώσσες Βλαντίμιρ Σιλέϊκο. Και μόνο το 1921, όταν χωρίσει με τον Σιλέϊκο και συνδεθεί με τον Νικολάι Πούνιν, θα δημοσιεύει σχεδόν ταυτόχρονα δυο ποιητικές συλλογές : το 1921 – τη συλλογή «Πεντάνευρο» και το 1922 – την «Αννο Δομινι». Μετά – ξανά σιωπή. Αν κι αυτή τη φορά δεν «σώπασε» από μόνη της, την φίμωσαν: το 1924 τα ποιήματά της δημοσιεύονται για τελευταία φορά και από κει και πέρα απαγορεύονται ανεπισήμως.

Εδώ θα μπορούσε να τελειώσει και η ποιητική της διαδρομή και να ξεχαστεί το όνομά της, όπως εξάλλου στόχευαν εκείνοι στα χέρια των οποίων βρίσκονταν οι τύχες της σοβιετικής πια λογοτεχνίας.

Τώρα θα με ξεχάσουν,

Και τα βιβλία μου θα σαπίσουν στα ντουλάπια,

Και δε θα ονομάσουν με το όνομα της Αχμάτοβα

Μήτε οδό, μήτε ποιητική ρίμα», 

- έγραψε η ίδια.

Θα μπορούσε να συμβεί και έτσι. Την ίδια δεν την πείραξαν, αλλά γύρω από αυτήν δημιουργήθηκε ένα απόλυτο κενό.

Αν για τον Μάντελσταμ η Αχμάτοβα ήταν η Ρασέλ, η Φαίδρα, για τον Στάλιν ήταν «ημιμοναχή, ημιαμαρτωλή». Και αυτό όχι επειδή ο Στάλιν δεν ήταν ικανός να εκτιμήσει τη δύναμη της ποίησής της, αλλά ακριβώς για τον αντίθετο λόγο. Το 1939 στη δεξίωση προς τιμή των συγγραφέων, στους οποίους απονεμήθηκε το βραβείο Στάλιν, ο Στάλιν ρώτησε: «Πού είναι η Αχμάτοβα; Γιατί δεν γράφει τίποτα;» Αυτή η φράση ήταν αρκετή για να την αναζητήσουν οι εκδοτικοί οίκοι και τα περιοδικά.

Η Αχμάτοβα δεν κατάφερε να αποτελέσει εξαίρεση. Τον Ιούλιο του 2007 βγήκε το βιβλίο της Ταμάρα Κατάγιεβα με τίτλο «Αντι-Αχμάτοβα», το οποίο έγινε αμέσως μπεστ σέλερ. Οι ψυχικά υγιείς άνθρωποι στη Ρωσία έμειναν στήλη άλατος, οι άλλοι, που τρέφονται με σκάνδαλα – έτρεξαν να φρεσκάρουν τη μνήμη τους, αγοράζοντας ό, τι γραφόταν για την Αχμάτοβα και από την Αχμάτοβα. Και όμως αυτό ακριβώς το σκανδαλοθηρικό βιβλίο επιβεβαίωσε για μια φορά την αληθινή της δόξα: ποιός θα νοιαζόταν για τα άπλυτα μιας κάποτε διάσημης, αλλά νυν αδιάφορης ποιήτριας; Το βιβλίο κυριολεκτικά έκοψε τη Ρωσία στα δυο.

«Το βιβλίο Αντι-Αχμάτοβα σπάει το μύθο της Αχμάτοβα, ο οποίος ολόκληρος στηρίζεται στην αιώνια ανάγκη των Ρώσων να δημιουργούν θρύλους και να τους προσκυνάνε χωρίς σκέψη...Όλοι γνωρίζουμε, πως η Αχμάτοβα διόρθωνε και χτένιζε συνέχεια τη βιογραφία της...Μόνο στο άδειο – σαν αποτέλεσμα της μετανάστευσης και των εκτελέσεων –χωράφι της Σοβιετικής Ρωσίας μπορούσε να οικοδομηθεί αυτό το κυκλώπειο μνημείο της «Βασίλισας της Ποίησης». Ολοκληρωτική και ντροπιαστική μπλόφα μιας ζωής. Ξεφυλλίζοντας αυτό το καταπληκτικό βιβλίο, αισθάνομαι βαθειά ανακούφιση. Κάποιος έπρεπε να πει τα πράγματα με το όνομά τους! Ο βασιλιάς είναι γυμνός!» - έγραφε ο Ίγκορ Σιντ ποιητής, δημοσιογράφος, κουλτουρολόγος ο οποίος γεννήθηκε τρία χρόνια μετά το θάνατο της ποιήτριας. Τρομερό; Και όμως αληθινό. Και όμως άλλη μια προσπάθεια (μετά από κείνη του Στάλιν) να μεταμορφώσουν την Ρασέλ σε «ηνιμοναχή, ημιαμαρτωλή» ναυάγησε ξανά. Παρ’ όλα αυτά το 2009 βγήκε το δεύτερο βιβλίο της Ταμάρα Κατάγιεβα- Ο άλλος Πάστερνακ, το οποίο και πάλι σημείωσε ρεκόρ πωλήσεων...Η μετωπική επίθεση των άλλων βιβλίων δεν είναι καθόλου ακίνδυνη και γραφική, γιατί πέρα από την άλλη βιογραφία, γράφεται και άλλη λογοτεχνία και συνεπώς – εντελώς άλλη ιστορία...

Η αλήθεια είναι, ότι η προσωπική ζωή των μεγάλων καλλιτεχνών δεν χωράει στα πλαίσια της κοινής ηθικής και κοινών κανόνων. Η Αχμάτοβα ποτέ δεν έπνιξε τη γυναικεία της φύση, και ακόμα και σε μεγάλη ηλικία ήταν ικανή να σαγηνεύει νέους άνδρες και να επιβάλλεται. Λίγες γυναίκες, αλλά και άνδρες μπορούσαν να ζήσουν πλάι της, να μοιραστούν το βάρος του ταλέντου, της σιωπής και των απαιτήσεών της.

Η Αχμάτοβα επέστρεψε στην ποίηση στο Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, με τα ποιήματα για τον πόλεμο και για κείνους που πολεμούσαν. Δεν το έκανε για να βγει ξανά στην «επιφάνεια», για να κερδίσει το δικαίωμα να διαβάζεται και να δημοσιεύεται, αλλά επειδή ήταν «εκεί, όπου δυστυχώς ήταν ο λαός της»: μιλούσε και πάλι τη γλώσσα του λαού της, ακουμπώντας τις πιο κρυφές χορδές της ψυχής του. Δεν έγραφε άλλη ποίηση – ήταν πάντα η ίδια η Αχμάτοβα, που έλεγε ό, τι θα έλεγε εκείνη τη στιγμή ο καθένας για τον οποίον η ρωσική γλώσσα ήταν μητρική. Αν είχε φυσικά το χάρισμά της.

Η Αχμάτοβα δεν έζησε τον αποκλεισμό της πόλης της, του Λένινγκραντ, γιατί την είχαν φυγαδέψει στο νότο, στην Τασκένδη, γνωρίζοντας, ότι θα πέθαινε από τους πρώτους: δεν ήξερε να κάνει τίποτε άλλο από το να γράφει και να αγαπά – τους άνδρες και τους φίλους της. Όταν το 1944 η Αχμάτοβα επέστρεψε στο Λένινγκραντ, βρήκε μια εντελώς διαφορετική πόλη, μεταμορφωμένη για τρίτη φορά στη ζωή της. Βιαζόταν να επιστρέψει, πιστεύοντας, ότι θα έβρισκε εκεί την ευτυχία της, επέστρεφε σαν σχεδόν γυναίκα του Γκάρσιν, με την ελπίδα να έχει επιτέλους μια φυσιολογική οικογένεια και σπίτι. Μόλις όμως πρόλαβε να κατέβει από το τρένο, ο Γκάρσιν της ανακοίνωσε τον χωρισμό τους. Και τότε, ίσως για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή της, η Αχμάτοβα έχασε τη διαύγειά της, τη μαγική προφητική της δύναμη: ο Γκάρσιν δεν ήθελε να απαλλαγεί από την Αχμάτοβα, αλλά να την απαλλάξει από το βάρος να ζει με έναν θανάσιμα άρρωστο, ανήμπορο να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις του συζύγου άνδρα. Ο Γκάρσιν, που έζησε όλες τις 872 μέρες αποκλεισμού του Λένινγκραντ με όλες τις ολέθριες συνέπειες για την σωματική και ψυχική υγεία του, έζησε άλλα 10 χρόνια, παντρεμένος με μια άλλη γυναίκα, η οποία εκτελούσε χρέη νοσοκόμας του. Με την απόφασή του να χωρίσει την Αχμάτοβα, ο Γκάρσιν έσωσε την ίδια, την ποίησή της και...τον εαυτό του.

Τραγική ειρωνεία! Ήταν ο μοναδικός άνδρας, που, όπως πίστευε η Αχμάτοβα θα γινόταν ο τελευταίος έρωτας της ζωής της, το τελευταίο της απάγκιο.

Η Αχμάτοβα έμεινε οριστικά μόνη. Έπρεπε να ανασταίνεται, όπως ανασταινόταν και η αγαπημένη της πόλη – από τα ερείπια.

Ηρεμος ο Ντον, γαλήνια κυλά

Κίτρινο φεγγάρι σε σπίτι γλιστρά.

Γλιστρά και φορά το σκουφί του λοξά

Το κίτρινο φεγγάρι κοιτά μια σκιά.

Αυτή η γυναίκα είν' άρρωστη βαριά

Την τρώει μεγάλη μοναξιά.

Στο μνήμα ο άντρας της κι ο γιος της φυλακή

Πες και για μένα μία προσευχή. 

(σε μετάφραση του Γιάννη Αντιόχου, Ρέκβιεμ).

Τον αβάσταχτο πόνο απαλύνει η συνάντησή της με τον Ησαΐα Μπέρλιν, Άγγλο φιλόσοφο και μεταφραστή της ρωσικής λογοτεχνίας, που βρέθηκε το 1945 στο μεταπολεμικό Λένινγκραντ ως γραμματέας της Πρεσβείας της Μεγάλης Βρετανίας. Είναι μόλις 36 ετών, η Αχμάτοβα – 57. Αλλά η ανάσταση πραγματοποιήθηκε– και όχι μέσα στη γυναικεία ψυχή, που πάλι φτερούγισε, αλλά κυρίως ως ποιήτριας.

Στις 5 Φεβρουαρίου θα γράψει την τελευταία, την έκτη Βόρεια Ελεγεία:

«Τρεις εποχές έχουν οι αναμνήσεις.

Η πρώτη – σαν τη χτεσινή ημέρα.

Κάτω απ’ το θόλο της πετάει η ψυχή

Και στη σκιά της ευτυχεί το σώμα.

Υπάρχει γέλιο, δάκρυα κυλάνε

Και το μελάνι πάνω στο τραπέζι.

Και το φιλί σαν στην καρδιά σφραγίδα –

μοναδικό, αξέχαστο, στερνό. Μα

δεν κρατά πολύ αυτή η εποχή.

Αντί για θόλο – ένα άδειο σπίτι

Πληροφορίες: http://odofragma-skas.blogspot.gr