Η μάσκα του αντιφασίστα, οι συνένοχοι...

[ ARTI news / Ελλάδα / 12.10.20 ]

  ...οι άλλες εστίες μόλυνσης και το εμβόλιο της Αγάπης

 Του Κωνσταντίνου Σουλαντίκα

Στον απόηχο των πανηγυρισμών για τη “νίκη της Δημοκρατίας” απέναντι στους ναζί της Χρυσής Αυγής, η οποία άργησε 40 χρόνια (η οργάνωση ιδρύθηκε το 1980 με φανερή εγκληματική- ναζιστική δράση, τουλάχιστον από το 1993 που λειτουργεί ως… “πολιτικό κόμμα”), αλλά και της προσωπικής δικαίωσης που νιώθω μετά από αγώνα πολλών ετών (απέναντι στους δαίμονες της ΧΑ, τόσο στον εξωτερικό κόσμο όσο και εσωτερικά, από τα τραύματα που μου άφησαν), δεν θα μπορούσα να μην καυτηριάσω την υποκρισία μπόλικων όψιμων δήθεν “αντιφασιστών” πανηγυρτζήδων.

Και το γράφω αυτό μετά λόγου γνώσεως, έχοντας πιει εδώ και 15 χρόνια όλο το πικρό ποτήρι που μου πρόσφεραν ναζί, φιλοναζί, συμπαθούντες ή και αδιαφορούντες, οι αγιοποιητές τους ή και οι ισαποστάκηδες και οι οπαδοί της λογικής “όποιον ανακατεύεται με τα πίτουρα, τον τρώνε οι κότες”, που μου ράπιζαν το κεφάλι κάθε μέρα όλα αυτά τα χρόνια, με την ίδια (ναυτική) αλυσίδα που είχε χρησιμοποιήσει εκείνος ο δύσμοιρος Χρυσαυγίτης. Το πρωτοπαλίκαρο της Χρυσής Αυγής, ο Εύζωνος ή Τσολιάς- λεβέντης που μου επιτέθηκε πισώπλατα και με την ασφάλεια που του παρείχε η ασυλία και η ξεκάθαρη κάλυψη των χρηματοδοτών της (εγκληματικής) οργάνωσης τότε στην Κόρινθο και της αδερφής Αστυνομίας (με τη σημαντική σημείωση ότι, ενώ ήταν γνωστός στις αρχές, δεν διώχθηκε και δεν τιμωρήθηκε ΠΟΤΕ).

Είναι η πρώτη φορά που τοποθετούμαι γραπτώς ανοιχτά επί του θέματος (της προσωπικής επίθεσης που είχα δεχτεί εννοώ), ίσως διότι δεν μου το επέτρεπε η αντιμετώπιση μιας βαθιά συντηρητικής κοινωνίας σε μεγάλο ποσοστό (με λαμπρές εξαιρέσεις φυσικά και αρκετούς που με στήριξαν ακόμα και με ένα ειλικρινές χαμόγελο αγάπης), που λόγω μικροαστικών συνδρόμων και στερεοτύπων, μετέθετε την ενοχή στο θύμα, εκών άκων, απενοχοποιώντας έτσι το θύτη και συμβάλλοντας στην ενδυνάμωση του ναζιστικού φαινομένου. Δεν μου το επέτρεπαν η απάθεια των εκατοντάδων ανθρώπων γύρω μου την ώρα που δέχτηκα την επίθεση (Σάββατο πρωί στον πεζόδρομο της Κορίνθου με τις καφετέριες γεμάτες τότε).

Δεν μου το επέτρεπε η προκλητική αδιαφορία - “απουσία” των “κανονικών” πολιτικών κομμάτων και η άρνηση τους να συνδράμουν στον αντιφασιστικό αγώνα, με εξαίρεση τον τότε ΣΥΝ του 3% (οφείλω να το αναφέρω) και κάποιες μεμονωμένες ήπιες ανακοινώσεις- φωτοβολίδες, παρά το ανοιχτό κάλεσμα προς όλη την κοινωνία και παρ’ όλο που επρόκειτο για ένα πρωτόγνωρο και συγκλονιστικό περιστατικό για την περιοχή.

Δεν μου το επέτρεπε το θράσος του ναζί που απολάμβανε της ασυλίας ενός ολόκληρου συστήματος (γι’ αυτό εξάλλου ενήργησε τόσο άνετα και φανερά), τα απειλητικά τηλεφωνήματα που δέχτηκα στη συνέχεια, η αντιμετώπιση των δικαστών απέναντι μου (επειδή είχα κάνει το “έγκλημα” να μοιράζω “αντιεξουσιαστικές” προκηρύξεις περί ελευθερίας λόγου και άρα τους “προκάλεσα”), όταν δικάστηκε ο συνεργός (και όχι φυσικά ο κύριος δράστης, όπως προανέφερα), ένα τοξικοεξαρτημένο παιδί που χρησιμοποιήθηκε και που βέβαια δέχτηκε ποινή χάδι. Σ’ αυτό προφανώς συνετέλεσε και το γεγονός ότι, τόσο εγώ όσο και το δεύτερο θύμα της επίθεσης, δηλώσαμε πως δεν επιθυμούμε την τιμωρία του και δεν ζητάμε εκδίκηση. Λύπηση ένιωθα κι εξακολουθώ να νιώθω για τους ναζί, ακόμα και γι’ αυτόν που θα μπορούσε να με έχει δολοφονήσει τότε.

Δεν τα γράφω, λοιπόν, αυτά για να θυματοποιήσω τον εαυτό μου. Απεναντίας, θεωρώ αξίωμα ότι θύματα είναι όσοι παρασύρονται από το μίσος τους απέναντι στο διαφορετικό, σε ό,τι αντιλαμβάνονται ως “εχθρό” ή “απειλή”, στο οτιδήποτε. Άλλους τους πνίγει και τους στέλνει στον ψυχίατρο, άλλους τους ωθεί να το εκδηλώσουν με βίαιο τρόπο απέναντι σε τρίτους, σ’ αυτό που φοβούνται. Φόβος είναι, λοιπόν, αυτό που καταλαμβάνει όντα που καταφεύγουν σε τέτοιες συμπεριφορές. Έμφοβα ανθρωπάκια είναι, που, ηττημένα μέσα τους αρχήθεν, μοχθούν να παραμερίσουν τη μικρότητά τους, με την ψευδαίσθηση της υπεροχής- ανωτερότητάς τους μέσω της επιβολής ή βίας. Κι αυτό δεν αφορά μόνο τους ναζί, αλλά και κάθε ανθρωπίσκο που φορά τη βρώμικη στολή και μάσκα του εξουσιαστή.     

Όσον αφορά σε ‘μένα, αγωνίστηκα να αναπτύξω αντισώματα στον ιό του μίσους και του φόβου που επιχείρησαν οι βαριά νοσούντες να μου μεταδώσουν. Και φυσικά νίκησα, αρκετά πριν την 7η Οκτωβρίου 2020. Και νίκησα μέσω της Αγάπης και της Συγχώρεσης, αντιθέτων του μίσους και του φόβου. Πώς αλλιώς; Όχι αντιγράφοντας το Τέρας, ούτε υπακούοντας στις επιταγές του.  

Η 7η Οκτωβρίου ήταν σίγουρα μια μέρα μεγάλης νίκη του ίδιου του Παύλου και της μητέρας του, του αντιφασιστικού κινήματος, όσων αγωνίστηκαν εντατικά κατά των εχθρών του Ανθρώπου, αλλά και της πραγματικής Δικαιοσύνης, έστω και με το συμβιβασμό και τα εργαλεία της αστικής “Δημοκρατίας”.

Μιας “Δημοκρατίας”, ωστόσο, που ανακάλυψε τα ψευτο-αντιφασιστικά της νεογνικά αντανακλαστικά κάτω από καθαρά ψηφοθηρική πίεση (βλέπε ομολογία Μπαλτάκου σε κρυφή κάμερα), όταν οι ναζί “έσπασαν” το συμβόλαιο που είχαν υπογράψει μαζί τους κι εκτελούσαν επί 30 περίπου χρόνια. Προτού, δηλαδή, υποπέσουν στην αντίληψη έστω της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Όταν ακόμα τα τότε κυβερνώντα κόμματα τους χρηματοδοτούσαν και τους χρησιμοποιούσαν για τις υπόγειες “βρωμοδουλειές” τους. Παρακράτος στην υπηρεσία του Κράτους.

Ας μην ξεγελιόμαστε, όμως, κι ας μην τρέφουμε αυταπάτες ότι ξεμπερδέψαμε με το Φίδι. Υπό την ανοχή ή την αιγίδα του ίδιου Συστήματος (τα χρηματοδοτούμενα ΜΜΕ φυσικά πάνε πακέτο) που δήθεν τους “πολεμά”, έχει εναποθέσει τα αυγά του σε συγκοινωνούσες φωλίτσες, πιο “δημοκρατικές”. Και συνεχίζει να έρπει στη λάσπη και να δηλητηριάζει τα σωθικά πολλών ανθρώπων. Ισχυρότερο αντίδοτο η Αγάπη. Μήπως χρειαζόμαστε εμβόλιο και γι’ αυτήν;