Η επιστροφή

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 27.04.18 ]

Δεν ξέρω ποια μύγα με τσίμπησε στα καλά καθούμενα. Πάντως το καλοκαίρι του ’91, μαζεύω βιαστικά τα μπογαλάκια μου για να γυρίσω πίσω. Με ολίγον τι Σιδηρόπουλο, τις δύο πρώτες συλλογές της Γώγου, αρκετό πολιτικό ρομαντισμό και όλη τη χεγκελιανή Φαινομενολογία του Πνεύματος ανάμεσα στις αποσκευές μου. Ήταν δε το πίσω ένα παιδικό δωμάτιο με το ίδιο πάτωμα, τους ίδιους τοίχους, τα ίδια έπιπλα, όλα εν πάση περιπτώσει ίδια εξόν από τον παλιό ένοικο, δηλαδή εμένα που δεν ήμουν πια ο ίδιος. Τέσσερα μόλις χρόνια αποδείχτηκαν ικανά να φέρουν τα πάνω κάτω, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που ακόμη και τώρα προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τις τεκτονικές αλλαγές που σημειώθηκαν εντός μου. Και δεν νομίζω ότι έφταιξαν μόνο οι σπουδές στη φιλοσοφική, που όσο να ’ναι πλάτυναν τους πνευματικούς μου ορίζοντες και καλλιέργησαν την πολιτική μου οπτική. Αλλά τα Γιάννενα των βουνών, τα Γιάννενα της βροχής, τα Γιάννενα της λίμνης σε μένουν ακόμη και όταν δεν τα μένεις. Μπορεί, για παράδειγμα, να κόβεις βόλτες στον μόλο ή να συνομιλείς με τον Βασίλη,  και ας μην είσαι στον μόλο και ας μην σου απαντάει ο Βασίλης. Εγώ πάντως έτσι ένιωθα τον εαυτό μου τις πρώτες μέρες της επιστροφής όταν έβγαινα στο παιδικό μου μπαλκόνι για να πάρω αέρα ή όταν άνοιγα στο παιδικό μου γραφείο τη Φαινομενολογία του Πνεύματος ή όταν έπεφτα να κοιμηθώ στο παιδικό μου κρεβάτι με το ταβάνι έτοιμο να με πλακώσει. Θυμάμαι ότι τη δεύτερη κιόλας βδομάδα πήρα και έβαψα τους τοίχους μαυροκόκκινους προς τιμή του φοιτητικού μου δωματίου και το ταβάνι σκουροπράσινο σαν τη λίμνη των Ιωαννίνων. Παρ’ όλα αυτά, τη Φαινομενολογία του Πνεύματος δεν μπόρεσα να την τελειώσω, τις δε νύχτες μου συνέχιζα να βουλιάζω στα βρόμικα νερά της Παμβώτιδας. Τρεις μήνες μετά με κάλεσαν στον στρατό. Ευτυχώς να λέω. Τα εκεί τέρατα είχαν σάρκα και οστά. Κι ήταν όλα έξω από μένα.

 

Η ιδιωτική μου Αντωνυμία, εκδ. Κίχλη,

υπό έκδοση (φθινόπωρο 2018)