Η Αφρική πεδίο «ειρηνικού πολέμου» μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας

[ ARTI news / Κόσμος / 20.12.18 ]

Η κυβέρνηση Τραμπ παρουσίασε μια νέα στρατηγική για την Αφρική, επικεντρωμένη στους εμπορικούς δεσμούς, στην αντιτρομοκρατία και στην καλύτερη στοχοθέτηση των αμερικανικών ενισχύσεων για να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό που έχει ξεσπάσει με την Κίνα για τη μαύρη ήπειρο. 

Σε μια ανοιχτή ομιλία στο Ίδρυμα Heritage, ένα συντηρητικό think tank στην Ουάσινγκτον, ο Τζον Μπόλτον σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, προειδοποίησε ρητά ότι ο τελικός στόχος της «επιθετικής» επιρροής του Πεκίνου στην Αφρική, είναι να προωθήσει η Κίνα την παγκόσμια κυριαρχία της. «Αυτό», είπε, «θα φέρει την ήπειρο (σ.σ. και τα συμφέροντα των ΗΠΑ) σε πολύ χειρότερη κατάσταση».

Το Πεκίνο δαπανά πολύ περισσότερα χρήματα στην Αφρική από ό, τι σε άλλες χώρες - και για πολύ λιγότερο αυτονόητους λόγους. Αυτή η έλλειψη κανονιστικής ή πολιτικής ασφάλειας αποκλείει άλλους πιθανούς επενδυτές, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών.

Οι ΗΠΑ και η Κίνα, οι δύο πλανητικές υπερδυνάμεις,  ενώ αλληλοεξαρτώνται, συγχρόνως συγκρούονται. Η αμερικανική ανάπτυξη ως γνωστόν στηρίζεται στα τεράστια κινέζικα αποθέματα ρευστότητας και στην αγορά εκ μέρους της Κίνας των αμερικανικών ομολόγων. Παρόλα αυτά, οι δύο μεγάλες δυνάμεις συγκρούονται στην Αφρική. Έχουμε συνεπώς, μία οικονομική (ειρηνική) σύγκρουση, κατά την οποία οι ΗΠΑ επιχειρούν να μειώσουν τον μείζονα ζωτικό χώρο της Κίνας. Με άλλα λόγια, ο πόλεμος πριν γίνει «θερμός» είναι «ειρηνικός». Η αμφισβήτηση της πλανητικής ηγεμονίας των ΗΠΑ από την Κίνα δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι η δεύτερη νικά τις πρώτες κατά μέτωπο, αλλά ότι συγκροτεί βαθμηδόν γύρω της έναν μείζονα χώρο, απαγορεύοντας στην πλανητική ηγεμονική Δύναμη (τις ΗΠΑ εν προκειμένω) να επεμβαίνει με οιονδήποτε τρόπο στον χώρο αυτό. Αυτός είναι ο λεγόμενος «ειρηνικός πόλεμος».

Στη Λιβύη υπήρχαν 30 χιλιάδες κινέζοι εργαζόμενοι σε κατασκευαστικές και πετρελαϊκές εταιρίες κινεζικού ενδιαφέροντος. Μετά την πτώση του καθεστώτος Καντάφι που προκάλεσαν οι δυτικοί, οι κινεζικές εταιρείες έχουν αποχωρήσει. Ο κινεζικός Τύπος θεωρεί ότι στα γεγονότα της Λιβύης είχε εμπλοκή «το μαύρο χέρι της στρατηγικής των ΗΠΑ»(περιοδικό Cankao Xiaxi). «Το μαύρο χέρι» είναι όρος της αμερικανικής μαφίας και έχει σχέση με την επιβολή της θέλησής της με τον τρόπο των «ραπτομηχανών Σικάγου»(σ.σ. τα αυτόματα που… γάζωναν). Η Αφρική είναι σήμερα το πεδίο της σύγκρουσης των συμφερόντων της Κίνας και της Δύσης. Τα αντίθετα συνυπάρχουν, όπως και οι δύο μεγαλύτερες οικονομικές δυνάμεις του πλανήτη, οι ΗΠΑ και η Κίνα, αλληλοεξαρτώνται και συγχρόνως συγκρούονται.

Η Κίνα έχει κατασκευάσει μεγάλους δρόμους, φράγματα και σιδηρόδρομους σε περιοχές με ελάχιστη ή καθόλου πρόσβαση στα αστικά κέντρα. Επίσης έχει υπογράψει επικερδείς συμβάσεις για πρώτες ύλες με κυβερνήσεις χωρών που είναι πλούσιες σε πόρους και τηρεί σιωπή για τους όρους των δανείων της, ένα προφανές συν για τους διεφθαρμένους ηγέτες. Τα χρήματά της έχουν καταστροφικές συνέπειες για ορισμένες χώρες. Όμως, αν δεν υπάρχουν άλλοι σημαντικοί παίκτες στην Αφρική, το Πεκίνο είναι ο μόνος νικητής του παιχνιδιού, αναφέρει σε άρθρο του το «The Atlantic», που "βλέπει" από την οπτική γνωία των ΗΠΑ.

Οι παρατηρήσεις του Μπόλτον δείχνουν ότι η Αφρική είναι πιθανό να γίνει το νέο μέτωπο στον «ειρηνικό πόλεμο» μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας, οι οποίες έχουν συγκρουστεί σε μια σειρά ζητημάτων τα τελευταία δύο χρόνια. Η Washington Post ανέφερε την Τρίτη ότι η κυβέρνηση Τραμπ σχεδίαζε να εγκαλέσει την Κίνα για εκστρατεία οικονομικής κατασκοπείας και πειρατείας. Επιπλέον ο δαπανηρός εμπορικός πόλεμος μεταξύ των δύο χωρών και η ανησυχία των ΗΠΑ για τη στρατιωτική δραστηριότητα του Πεκίνου στην αμφισβητούμενη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, είναι μια συνταγή για έναν ανταγωνισμό μεγάλης ισχύος με επιπτώσεις που θα επεκταθούν πολύ πέρα από την Αφρική.

Η κριτική για τις πολιτικές του Πεκίνου είναι ένας από τους κύριους τομείς της διπλωματικής ατζέντας στην Ουάσινγκτον. Η Κίνα βρίσκεται στην κορυφή της λίστας των προτεραιοτήτων της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, αντίθετα με την Αφρική  που βρίσκεται σε χαμηλή θέση. Αλλά η ταχέως αναπτυσσόμενη επιρροή του Πεκίνου στην ήπειρο ανάγκασε τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ να λάβουν μέτρα, όπως αυτά που περιέγραψαν ο Μπόλτον την περασμένη Πέμπτη.

Υπάρχουν και άλλα μέτρα, όμως. Τον Οκτώβριο, η διοίκηση Τραμπ ίδρυσε την - αξίας 60 δισεκατομμυρίων δολαρίων - Διεθνή Χρηματοπιστωτική Εταιρεία Ανάπτυξης (IDFC). Στόχος του οργανισμού είναι να αυξήσει τις επενδύσεις των ΗΠΑ στις φτωχές χώρες της Αφρικής, παρέχοντας στις αμερικανικές εταιρείες κίνητρα για να επενδύσουν εκεί. Ωστόσο, οποιαδήποτε δαπάνη των ΗΠΑ για την Αφρική θα βρεθεί αντιμέτωπη με το Πεκίνο, όπου σχεδιάζει να δαπανήσει 60 δισεκατομμύρια δολάρια για τα επόμενα τρία χρόνια επίσης.

Ο Μπόλτον έκανε λόγο επίσης για «ενοχλητικά αποτελέσματα» των κινεζικών επενδύσεων στην Αφρική και σε όλο τον κόσμο. Μεγάλο μέρος του εμπορικού ενδιαφέροντος της Κίνας στην Αφρική στρέφεται στην εξόρυξη φυσικών πόρων, είπε. Επίσης, τα δάνεια της Κίνας προς τις αφρικανικές κυβερνήσεις έχουν τελικά αφήσει κράτη, όπως το Τζιμπουτί και τη Ζάμπια, χρεωμένα στο Πεκίνο σε μη βιώσιμα επίπεδα.

Οι αντίπαλοι της πολιτικής της Κίνας λένε ότι το Πεκίνο χρηματοδοτεί έργα «λευκού ελέφαντα», δηλαδή έργα τεράστιου κόστους κατασκευής, μεγάλου κόστους συντήρησης και πολύ μικρής - αδύναμης αποδοτικότητας. Πράγματι, οι ερευνητές του Ινστιτούτου AidData, που μελετά τη διεθνή αναπτυξιακή βοήθεια, διαπίστωσαν ότι περίπου το 80% των επενδύσεων της Κίνας δεν έχει προφανή επίδραση στην οικονομική της ανάπτυξη.

Η Κίνα είναι η μόνη μη δυτική δύναμη στην Αφρική - αν και είναι μακράν ο μεγαλύτερος παίκτης. Την ίδια στιγμή, η Ρωσία, την οποία ο Μπόλτον εγκάλεσε επίσης την Πέμπτη για την προσπάθειά της να «αυξήσει την επιρροή της στην περιοχή μέσω διεφθαρμένων οικονομικών συναλλαγών», κάνει τη δική της επενδυτική ώθηση, προσφέροντας στρατιωτικές συμβάσεις με αντάλλαγμα εξορύξεις μεταλλευμάτων.  

Τέλος, και η Τουρκία έχει επεκτείνει τη διπλωματική της παρουσία στην Αφρική, διαθέτοντας μάλιστα και στρατιωτική βάση στη Σομαλία.