Η Αντιγόνη στα Τρίκαλα

[ Πέπη Δουρέκα / Ελλάδα / 13.02.19 ]

 Έφτασε στην κωμόπολη με το λεωφορείο της γραμμής. Ήταν μια ψυχρή άνοιξη. Τα βουνά είχαν κρατήσει το χιόνι του χειμώνα. Το κατέβαζαν σαν πούδρα κάθε που ο άνεμος επιθυμούσε.

Η πόλη αγκομαχούσε κάτω από το βάρος του Κόζιακα. Ένιωθε την ανάσα της με το που πάτησε το πόδι στον χωμάτινο δρόμο. Βαριά, λυγμική, νοσηρή. Προσπαθούσε να αναρρώσει από ένα αόρατο κακό.

‘’ Πού είμαι;’’, αναρωτήθηκε. ‘’Είμαι στην πόλη που πρέπει να είμαι;’’

Τα σπίτια χαμηλά, σχεδόν τα κατάπινε το χώμα. Οι δρόμοι στενοί, έτρωγαν  τον ορίζοντα. Τα παραθυρόφυλλα κλειστά και τα μάτια πίσω τους ορθάνοιχτα. Ένιωθε το σώμα του να κινείται χωρίς να το ορίζει. Έπαιρνε πρωτοβουλία για την κατεύθυνση, τη γωνία, την πλατεία.

‘’Πού με πας;’’, ρώτησε ψιθυριστά.

Η πλατεία ήταν άδεια με μία σιωπή αιχμηρή. Στάθηκε κάτω από τον φανοστάτη και σήκωσε το κεφάλι του προς αυτόν. Άρχισε να αιωρείται. Ο φανοστάτης; Το κεφάλι; Ή μήπως όχι.

Προχώρησε μέσα στα στενά. Το τμήμα χωροφυλακής το βρήκε, αφού ρώτησε σ΄ένα καφενείο στην άκρη της πλατείας. Κεφάλια σκυφτά του απάντησαν με μισές συλλαβές. Η πόρτα έχασκε ανοιχτή σαν στόμα νεκρού.

"Επιθυμώ να υποβάλλω αίτημα της οικογενείας μου", είπε στον πρώτο χωροφύλακα.

"Υποβάλλω αίτημα της οικογενείας μου να αποδοθεί η κεφαλή του αδελφού μου, το μόνον τμήμα της σωρού, το οποίον εσώθη", είπε στον δεύτερο χωροφύλακα.

"Υποβάλλω το αίτημα ούτως, ώστε η οικογένεια του εκλιπόντος προβή σε ταφή κατά τα ήθη και έθιμα του λαού μας. Είναι ιερή υποχρέωση των οικείων του νεκρού και καθήκον δικό σας να ικανοποιηθεί το δίκαιον τούτο αίτημα."

Κάθε φορά που επαναλάμβανε τα λόγια αυτά- πριν, κάνοντας πρόβα μπροστά στον φθαρμένο καθρέφτη και τώρα μπροστά στις αρχές- ένιωθε σαν υποκριτής στη μέση της ορχήστρας περικυκλωμένος από χορό ανδρών. Μόνο που φορούσε προσωπείο γυναίκας πάσχουσας. Στα αυτιά του η απάντηση ακούγονταν ηχώ που σφύριζε στο μπαλκόνι της Λαμίας, στο φαράγγι του Φάγγου, στην πλατεία των Τρικάλων, στις σελίδες της ιστορίας

 τὸ μὴ τάφῳ καλύψαι μηδὲ κωκῦσαί τινα͵

ἐᾶν δ΄ ἄκλαυτον͵ ἄταφον͵ οἰωνοῖς γλυκὺν

θησαυρὸν εἰσορῶσι πρὸς χάριν βορᾶς.*

Βγήκε από το τμήμα και πορεύθηκε προς την πλατεία. Είχε βρει τον έλεγχο του σώματός του. Στάθηκε πάλι κάτω από τον φανοστάτη. Έβγαλε από την τσέπη του παλτού ένα υφασμάτινο σακουλάκι και ένα μπουκαλάκι με κόκκινο κρασί. Άδειασε το χώμα της Ρούμελης πρώτα πάνω στις πλάκες και ύστερα έχυσε το υγρό αργά-αργά. Ψιθύρισε λόγια ακατάληπτα και πήρε το δρόμο πίσω. Η ύβρη έμεινε χωρίς κάθαρση. Το μέλλον θα είχε βαριά κληρονομιά, σκέφτηκε και ανέβηκε στο λεωφορείο της επιστροφής.

 ………………………………………………………………………………………………

*Σοφοκλέους Αντιγόνη, στίχοι 28-30

μνήμα να μην το σκεπάσει

ούτε πάνω κανένας να θρηνεί

άκλαυτο ν’ απομείνει κι άθαφτο

ένας γλυκός θησαυρός για τα πουλιά που το καλοκοιτάζουν

για να το σπαράξουν

(μετάφραση : Νίκος Παναγιωτόπουλος για την παράσταση της Αντιγόνης στην Επίδαυρο το 2006 σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή.)