Εμμονές... για ζωή... για κάθε Άισε, Μοχάμετ, Φατιμά

[ Γιάννα Κουκά / Ελλάδα / 31.10.18 ]

 Ας μιλήσουμε λίγο για εμμονή. Γιατί μιλάς για τους πρόσφυγες; Ζωή δεν έχεις; Κοίτα τα παιδιά σου, τη δουλειά σου. Κοίτα τον εαυτό σου.Θα αρρωστήσεις. Θα μας αρρωστήσεις. Θα βρεις κανέναν μπελά. Κοίτα, κοίτα τη δουλειά σου. Μιλάς, μιλάς, μιλάς, σταματημό δεν έχεις, μας μαυρίζεις, μας ψυχοπλακώνεις την ψυχή.Πρωί-πρωί. Βάζεις και τις φωτογραφίες των πνιγμένων. Με τα κόκκινα μπλουζάκια και τα κόκκινα μπουφάν, παπούτσια βρεφικά, ειδικά για να μη γυρίζει ο αστράγαλος στα πρώτα βήματα, ασάλευτα παιδιά σε θάλασσες κι ακτές, βουλιάζουν, φύκια κι άμμος πάνω στα κορμιά, μικρά, μικρά κορμιά, όπως αυτά που έχουν τα παιδιά, μη μου μιλάς για τα κοτσίδια της, αυτά που η μάνα της έφτιαξε πριν μπουν στη βάρκα, δε θέλω, δε θέλω να βλέπω πως κοιμάται σε χαρτόκουτο, τι μου δείχνεις πως πεινάει, εγώ μόλις έφαγα θες να μου το βγάλεις από τη μύτη, γιατί έραψε το στόμα του με κλωστή στην πλατεία, τι θέλει να μου πει, πως δεν έχει φωνή, τι περπατά μες στη βροχή, μη μου τον δείχνεις να φιλάει τον γιο του, δεν αντέχω, δεν αντέχω να βλέπω το αδιάβροχο που παίρνει ο αγέρας, κάτσε, κάτσε, σταμάτα, ποιος Αϋλάν, δεν τον ήξερα, γιατί τώρα θες να τον μάθω, τριών; ήταν τριών; φώναζε τα ονομάτά τους στη δομή, Άισε, Μοχάμετ, Φατιμά, ποιοι είναι αυτοί; οι κόρες της, οι γιοι της; πού είναι, όχι, μη μου πεις, πως σε κείνο το ναυάγιο έξω απ' το Φαρμακονήσι πνίγηκαν, μη, δεν θέλω ν' ακούω άλλο. Άισε, Μοχάμετ, Φατιμά, πού είστεεεεε; πού;
Πες κάτι άλλο, πες για τη βροχή, μα μεγαλώσαμε, δεν κλαίμε, μονάχα όταν βρέχει....Τα μάτια μου, δεν με βαστούν, τι θέλουν στον τόπο μας οι ξένοι, τι λες; τι μου λες τώρα, πως ο πόλεμος τους έκανε να φύγουν, μα είναι αργά, είναι αργά για πόλεμο, νυχτώνει, κάθε τόσο νυχτώνει κάπου στον κόσμο, δε θέλω άλλο ν' ακούσω για τις εμμονές σου. Πες κάτι άλλο, δες θα βγει ο ήλιος θα βγει, το ξέρω, πρέπει να βγει... να ξημερώσει, να φωτίσει, τα πρόσωπα των ανθρώπων τα σκοτεινά.Τα προσφυγικά. 
Μη μου μιλάς για τα κλουβιά που μέσα τους βάζουν, όχι, φυσάει, θα πάρει ο άνεμος τη σκηνή, βρες πέτρες, μη μου μιλάς, βρες πέτρες, σχοινιά να τη στερεώσουμε, μη μιλάς, τρέχα, τρέχα θα πάρει ο αέρας τη σκηνή. Συσσίτια, πάλι κρύα τα έφεραν. Εκμεταλλεύσιμοι. Πλουτισμός. Πέντε ευρώ η φόρτιση του κινητού. Πέντε ευρώ. Από μένα κι από σένα. Κάθε κεφάλι μια χαρακιά.Στη σειρά, εκτός από σένα <σκατόγρια>, που θα σου πετάξω το μπαστούνι να μη σε βλέπω. Γιατί; Τι έπαθα και δεν έχω εμμονές; Τι μου συνέβη; Γιατί έτσι σκληρός είμαι... Εμμονές. Θέλω εμμονές. Για τους ανθρώπους. Εμμονές. Εμμονές. Για τους κυνηγημένους. Τέτοιες εμμονές. Για τη ζωή. Θέλω να ζήσουν! Θέλω να ζήσουν! Άλλο δεν καταδέχομαι, δεν καταδέχομαι σου λέω, μια ζωή που εμμονική δεν είναι. Ζωή. Θέλω ζωή. Για της γης τους φτωχοδιάβολους.
Έλα, φτιάξε μου ένα καραβάκι. Χάρτινο. Σαν αυτό που φτιάχναμε παιδιά. Γράψε πάνω Άισε, Μοχάμετ. Φατιμά. Εμμονή! Δική μου εμμονή!
Μη μου μιλάς για εμμονές. Εμμονική θα είμαι για κάθε Άισε, Μοχάμετ, Φατιμά!