Εκδήλωση για τον Κώστα Κρυστάλλη στο Συρράκο

[ ARti news / Ήπειρος / 26.05.18 ]

 Εκατόν πενήντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τη γέννηση του Κώστα Κρυστάλλη, που καθιερώθηκε ως «ποιητής του βουνού και της στάνης», αλλά υπήρξε σίγουρα κάτι πολύ παραπάνω απ' αυτό. Ο Κρυστάλλης λάτρεψε και εξύμνησε τη φύση με έναν τρόπο αγαπητικό και απελευθερωτικό. «Ενόσω ζω, και αναπνέω και σωφρονώ», εξηγούσε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης για τη δική του λογοτεχνία, «δεν θα παύσω να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ' έρωτος την φύσιν, και να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη». Στην ίδια γραμμή, μείον τη σαφώς θρησκευτική διάθεση του προκατόχου του (ο Παπαδιαμάντης ήταν σχεδόν είκοσι χρόνια μεγαλύτερός του), κινήθηκε ο Κρυστάλλης, που κατόρθωσε να κάνει ταυτοχρόνως και άλλα πολλά, μολονότι πέθανε σε ηλικία εικοσιέξι ετών.

    Το ενδιαφέρον για τον Κρυστάλλη αυξάνει σταθερά στις ημέρες μας. Ήδη για την επέτειο των 150 χρόνων από τη γέννησή του διοργανώνεται στις 21 Ιουλίου στο Συρράκο, τη γενέτειρα του, πανηγυρικός εορτασμός από τον Δήμο Τζουμέρκων.

   Η εκδήλωση τελεί υπό την αιγίδα του Προέδρου της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλου, όπως και οι άλλες σχετικές εκδηλώσεις που θα γίνουν κατά τη διάρκεια της χρονιάς στην Αθήνα ή σε άλλες πόλεις της Ηπείρου. Το Σάββατο 21 Ιουλίου, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα καταθέσει στέφανο στο μνημείο των ηρώων και θα επισκεφθεί το σπίτι του Κρυστάλλη και την εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Θα ακολουθήσει ημερίδα που θα πραγματοποιηθεί στο Συνεδριακό Κέντρο του Συρράκου «Κώστας Κρυστάλλης». Συμμετέχουν ο ποιητής Μιχάλης Γκανάς, ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Παντελής Μπουκάλας και ο πεζογράφος Βασίλης Γκουρογιάννης ενώ απαγγέλλει η ηθοποιός Ελένη Ζιώγα (υπεύθυνοι για τη διοργάνωση της ημερίδας είναι οι Ευάγγελος Αυδίκος, Σπύρος Νταλαούτης, Μανόλης Μαγκλάρας και Ιπποκράτης Αλέξης).

    Ο Κρυστάλλης έζησε στο Συρράκο μέχρι τα δώδεκα. Ο πατέρας του Δημήτρης Κρουστάλλης ήταν έμπορος κτηνοτροφικών προϊόντων με έδρα τα τουρκοκρατούμενα τότε Γιάννενα. Ο γιος του φοίτησε στη Ζωσιμαία Σχολή, αλλά διέκοψε τη φοίτησή του το 1885, πιθανόν λόγω προβλημάτων της υγείας του. Ένα ποίημα που δημοσιεύει ο Κρυστάλλης το 1885, υπό τον τίτλο «Αι σκιαί του Άδου», θα έχει ως αποτέλεσμα τη δίωξή του από τις τουρκικές αρχές (το ποίημα αναφερόταν στο Αγώνα του 1821) και τη διαφυγή του στην Αθήνα. Την ίδια ώρα στην Ήπειρο, για την απελευθέρωση της οποίας συνέβαλε με όλες τις οικονομικές του δυνάμεις ο πατέρας του, τα τουρκικά δικαστήρια τον καταδικάζουν σε εικοσιπενταετή εξορία στη Βαγδάτη.

    Στην Αθήνα ο Κρυστάλλης θα δουλέψει πρώτα στο τυπογραφείο των εκδόσεων Φέξη και κατόπιν στο περιοδικό «Εβδομάς» του Ιωάννη Δαμβέργη. Εν συνεχεία θα διοριστεί ως υπάλληλος στους σιδηροδρόμους της Πελοποννήσου, αλλά θα αναγκαστεί σύντομα να αναζητήσει καταφύγιο στην Κέρκυρα, έχοντας ήδη προσβληθεί από φυματίωση. Ο οργανισμός του, όμως δεν αντέχει και εντέλει πεθαίνει το 1894 στην Άρτα όπου μένει η αδελφή του. Αυτή ήταν η θανάσιμη έκβαση της δουλειάς στο τυπογραφείο και της φτώχειας που ανάγκαζε τον ποιητή να ζει σε σκοτεινά υπόγεια. Μοναδική του διέξοδος, όσο ζούσε, οι εκδρομές στην Πεντέλη, τον Υμηττό και την Πάρνηθα και η ποιητική ανάκληση των τοπίων της Πίνδου, που τροφοδότησαν από την αρχή μέχρι το τέλος τους στίχους του.

    Πιστός στις αξίες οι οποίες έθρεψαν και στήριξαν τον κόσμο του, ο Κρυστάλλης επιδόθηκε και σε ένα άλλο έργο: τη συλλογή ιστορικού και λαογραφικού υλικού - ήθη και έθιμα, δημοτικά τραγούδια και ποικίλες παραδόσεις, που πέρασαν και στην πεζογραφία του, όπου κατέγραψε, μεταξύ άλλων, τις πολιτικές πρακτικές της εποχής του και το φαινόμενο της ληστοκρατίας. Η λαογραφική έρευνα του Κρυστάλλη αποτυπώθηκε στους τόμους του «Εγκυκλοπαιδικού Λεξικού» των Μπαρτ και Χιρστ (1892 και 1893) ενώ η τελευταία ποιητική του συλλογή με τίτλο «Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης» (1893) επιβεβαίωσε τους βαθείς, οργανικούς δεσμούς του με το δημοτικό τραγούδι και τη δημοτική γλώσσα.

    Ο Κρυστάλλης κατηγορήθηκε από τους παλαιότερους λογοτεχνικούς κριτικούς ως άγονος αντιγραφέας του δημοτικού τραγουδιού, ως ένας μιμητής που δεν είχε τίποτε από την ψυχή, τη φρεσκάδα και τη δύναμη του πρωτότυπου. Σήμερα, όμως, ξέρουμε αυτό που έχει από καιρό αποδείξει ο Λίνος Πολίτης: ο στίχος του Κρυστάλλη μπορεί άνετα να διεκδικήσει την αυτονομία του από τις πηγές του δημοτικού τραγουδιού, κερδίζοντάς μας αμέσως με τον ζωντανό και απολύτως προσωπικό του τόνο. «Ακόμα και η χρήση των ιδιωματικών λέξεων, όταν δεν φτάνει στην υπερβολή, αποτελεί ένα πρόσθετο στοιχείο γοητείας και δείγμα τεχνίτη όχι κοινού», επιμένει ο Λ. Πολίτης («Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας», Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1998).

    Τα δημοτικά τραγούδια και παραμύθια εξάλλου, μαζί με τη λαϊκή τέχνη, τις ντοπιολαλιές και την παράδοση, ενδιαφέρουν τους περισσότερους συγγραφείς της Γενιάς του 1880, που είναι η γενιά του Κρυστάλλη. Οι ηθογράφοι αυτής της γενιάς ήταν χωρισμένοι στα δύο. Από τη μια μεριά έστεκαν εκείνοι που ήθελαν να ωραιοποιήσουν και να εξιδανικεύσουν την ύπαιθρο. Από την άλλη ήταν όσοι επιζητούσαν να αναδείξουν τη δύσκολη, σκληρή καθημερινότητά της μαζί με το βάρος του λαϊκού πολιτισμού. Ο Κρυστάλλης αγαπά από τα βάθη της καρδιάς του τη φύση, αλλά δεν είναι εξιδανικευτικός ενώ ο λαϊκός πολιτισμός αναδεικνύεται στη δουλειά του σαν σάρκα εκ της σαρκός του, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τον Παπαδιαμάντη.

   ΑΠΕ-ΜΠΕ (Β. Χατζηβασιλείου)