11. Εικονικές αποδράσεις

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 28.07.18 ]

Κάποιες φορές νιώθω σαν τα γέρικα λιοντάρια. Που παραμένουν έγκλειστα στον ζωολογικό κήπο. Για να ’ρχονται τα παιδιά με τους μπαμπάδες και να κάνουν χάζι, νωρίς το μεσημέρι κάθε Κυριακής. Ενόσω θα κάθομαι αραχτός και θα λιάζομαι πίσω απ’ τα κάγκελά μου. Δείχνοντας την πλούσια χαίτη ή τους γυμνασμένους μυς των ποδιών ή την κοφτερή οδοντοστοιχία και αναλογιζόμενος μ’ ευγνωμοσύνη ότι τα αδέλφια μου της άγριας φύσης ζουν μόνο δέκα με δεκατέσσερα το πολύ χρόνια, ενώ εγώ θα ’χω την τύχη να φτάσω τα είκοσι ή και να τα ξεπεράσω ακόμη. Πράγμα που είναι από μόνο του αρκετό για να κάνω υπομονή και να σφίγγω τα δόντια μπροστά στις ατρόμητες χειρονομίες των μπαμπάδων και τις αθώες γκριμάτσες των παιδιών. Ή να υποδύομαι τον ταλαίπωρο και τον εξασθενημένο αργά το απόγευμα της ίδιας μέρας όταν αδειάζοντας ο ζωολογικός θα έρχονται οι υπάλληλοι για να φτυαρίσουν τις ακαθαρσίες μου, να μου πετάξουν τα σάπια κρέατα των σούπερ μάρκετ και να ελέγξουν την ασφάλεια του κελιού μου. Κρατώντας την αναπνοή τους απ’ τη μπόχα και κεντρίζοντας με ένα ραβδί τα πισινά μου για να αλλάζω θέσεις, χωρίς καν να μπαίνουν στον κόπο να κλείνουν πίσω τους την πόρτα. Σίγουροι για την ανημποριά και την παραίτησή μου, αλλά αδαείς για τις καταπράσινες πεδιάδες, τις άγριες ζούγκλες και τα τρυφερά ελαφάκια που θα ονειρεύομαι στην ολοήμερη ξάπλα μου.

Θέλω να πω ότι παρ’ όλα τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζω με τα αρθριτικά και τα ρευματικά και την εγκεφαλίτιδά μου, δεν έχω πάψει να ονειρεύομαι, να προσδοκώ και να ελπίζω. Να ελπίζω στις δικές μου πεδιάδες, στις προσωπικές μου ζούγκλες και στα ιδιωτικά μου ελαφάκια. Δεν διστάζω μάλιστα να αποκαλύψω ότι κατά τις ατέλειωτες ώρες της απραξίας μου, όταν απλώνω νωχελικά τα πόδια στο κρεβάτι για να εξακριβώσω τα όρια της επικράτειάς μου ή αναζητώ σχολαστικά τα τρίμματα σκόνης για τη νέα γραφή στον φορητό μου ή πιάνω φιλοσοφικές κουβέντες με τον κανέναν, για να σπάσω τον εκκωφαντικό ήχο της σιωπής που σουβλίζει το μυαλό μου, δεν κάνω τίποτα άλλο απ’ το να σχεδιάζω και να περιμένω τη στιγμή που θα σβήσω τον υπολογιστή, θα σηκωθώ απ’ το κρεβάτι, θα φορέσω τις παντούφλες μου και θα διαβώ καμαρωτός την πόρτα του θαλάμου σε μια θρυλική απόδραση απ’ την επιτήρηση του κομοδίνου, το ανακριτικό φως της λάμπας και τα βασανιστήρια του ηλεκτροκαρδιογράφου, για να κατευθυνθώ ίσια προς την αληθινή ζωή, όπως την έχω φυλαγμένη στο μυαλό μου μέσα από μια εικόνα του '70: σκαρφαλωμένος σε ένα κλαδί πλατάνου παίρνω βαθιές ανάσες και ετοιμάζομαι για να βουτήξω στο ποτάμι από ύψος τεσσάρων μέτρων, ενώ από κάτω έχουν μαζευτεί όλοι οι φίλοι μου, με δείχνουν με τα χέρια και κουνάνε επιδοκιμαστικά το κεφάλι, σχολιάζοντας με επιφωνήματα θαυμασμού, ζήλιας και ανησυχίας το παράτολμο εγχείρημά μου.

Κάθομαι λοιπόν και καταγράφω με σχολαστικότητα το πρόγραμμα του ιατρικού προσωπικού, τις βάρδιες των νοσοκόμων, τη διάρκεια της εξέτασης και του επισκεπτηρίου, το καθημερινό διαιτολόγιο, την ακριβή ώρα της συσκότισης, την απόσταση ανάμεσα στο κρεβάτι και την πόρτα του θαλάμου και ανάμεσα στην πόρτα του θαλάμου και την έξοδο του νοσοκομείου, και την κατάλληλη στιγμή σημαίνω γενικό εγερτήριο.

«Ηθικόν;» ρωτάω με την πιο βροντερή φωνή μου, «Ακμαιότατον» ψελλίζουν οι παρατεταγμένες στο κρεβάτι έμψυχες δυνάμεις μου, «Εμπρός λοιπόν» διατάζω και στηριζόμενος στους αγκώνες, τεντώνω το κορμί και σπρώχνω με τα πόδια. Ένα αδύναμο βογκητό ξεφεύγει από τα χείλη μου και σταγόνες ιδρώτα αρχίζουν να κυλάνε απ’ το μέτωπό μου. Μετακινώ ελαφρά το σώμα, καταφέρνω ύστερα από κάποια δευτερόλεπτα να ανασηκώσω την πλάτη και ρίχνω μια ματιά τριγύρω: το δωμάτιο άδειο, η πόρτα ξεκλείδωτη κι οι παντόφλες τακτοποιημένες στο πάτωμα. Ένα χαμόγελο ικανοποίησης σχηματίζεται στο πρόσωπό μου και γυρίζοντας πλευρό ξαναπέφτω στο κρεβάτι, για να συνεχίσω τον πιο βαθύ μου ύπνο.

Δεν βούτηξα ούτε από κείνο το κλαδί. Κάποιος πρόλαβε να το σφυρίξει στον πατέρα μου που ήρθε από κάτω με φωνές, απειλές και καλοπιάσματα. Με το που κατέβηκα με άρπαξε μπροστά σε όλους τους άλλους απ’ το αυτί και μ’ έσυρε στο σπίτι για να με τουλουμιάσει στο ξύλο. Έστω και άθελά του πάντως μου έδωσε το άλλοθι που έψαχνα για να αποφύγω τη βουτιά. Από κείνη τη μέρα κλείστηκα στο δωμάτιό μου ντροπιασμένος. Ξέκοψα απ’ τους φίλους μου, απέκτησα τη γνωστή φοβία με το ύψος και δεν δοκίμασα να ξαναβουτήξω στο ποτάμι – πράγμα που εκ των υστέρων αποδείχτηκε πολύ συνετό, γιατί μες στα κρυστάλλινα νερά του αποδείχτηκε ότι λίμναζαν όλες οι ακαθαρσίες και οι αποχετεύσεις του χωριού μαζί με τα νοσοκομειακά λύματα ενός παραπάνω δήμου.

Διατηρώ όμως ακόμη και σήμερα μια αίσθηση ανεκπλήρωτου, ποτισμένη με γερές δόσεις νοσταλγίας. Λέω για κείνη ακριβώς τη σκηνή. Μ’ εμένα ανεβασμένο πάνω στο κλαδί του δέντρου, τους φίλους μου από κάτω και τις αχτίνες του ήλιου να πέφτουν ανάμεσα απ’ τα πλατανόφυλλα σαν τους προβολείς του θεάτρου.  Οπότε μέχρι την επόμενη απόπειρα απόδρασης αρκούμαι στην ίδια θεατρική εικόνα, που συχνά πυκνά έρχεται στον ύπνο μου. Με φαντάζομαι να πηδάω στον αέρα κάτω απ’ τις επευφημίες και τα χειροκροτήματα των φίλων μου και να πέφτω με τεντωμένα χέρια στο νερό, όπως οι αθλητές των Ολυμπιακών καταδύσεων. Σχίζω την υγρή επιφάνεια για να φτάσω μέχρι τον σκοτεινό βυθό της, όπου αντί για κοράλλια, μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων βρίσκω μια αποικία ανθρώπινων σκελετών. Τινάζομαι τρομαγμένος στον ύπνο μου με την ίδια πάντα αγωνία: Ότι ασφυκτιώ και πνίγομαι κάτω απ’ ένα πυκνό στρώμα πάγου που φράζει την ανάδυσή μου και με εγκλωβίζει για πάντα στην επικράτεια του λασπερού και παγωμένου ύδατος.

Θαρρώ ότι είναι τα βαλτόνερα της Κάρλας, ρηχά, λασπερά και ερεβώδη – αλλά δεν παίρνω κιόλας όρκο.