Δριμύ κατηγορώ κατά της κυβέρνησης από το ΣΕΗ

[ ARTI news / Ελλάδα / 21.02.21 ]

"Η αλήθεια είναι ότι καταστάσεις (…) δημιουργούν την προδιάθεση να παρασυρθούμε από την ψυχολογία του όχλου, να συμφωνήσουμε με σχόλια μίσους των social media, τις αυτόκλητες “εισαγγελικές” αγορεύσεις, απαξιώνοντας τις αρχές του νομικού και ηθικού μας συστήματος”. Αυτά έγραφε η κυρία Λ. Μενδώνη, υπερασπιζόμενη τον Δ. Λιγνάδη. Όχλος και μισεροί, τα θύματα του Λιγνάδη και όσοι στάθηκαν δίπλα τους. Για «το μίσος» των social media έγραφε και η φιλοκυβερνητική εφημερίδα «Η Καθημερινή», ζητώντας μάλιστα «μέτρα» περιορισμού των «νέων μέσων επικοινωνίας».  

Κι όταν ο Λιγνάδης έγινε «ένας επικίνδυνος άνθρωπος», που «εξαπάτησε»(!) την Μενδώνη και τον Μητσοτάκη, ο «όχλος» παρέμεινε «όχλος», και στο διαδίκτυο έριξαν τους πελταστές της μαύρης προπαγάνδας, τα περίφημα μποτ(το πρόγραμμα ρομποτ στέλνει αυτοματοποιημένα μηνύματα στο διαδίκτυο με μαζικό τρόπο), που σαν τα ρόμποκοπ του Χρυσοχοΐδη χτυπούν στο σωρό αδιακρίτως και με αισχρό τρόπο τους καταγγέλοντες. Έτσι, στη ζυγαριά, ως αντίβαρο στον Λιγνάδη θα μπει ακόμη και ο Άρης Βελουχιώτης! Η «φωνή» των θυμάτων, αλλά και του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, θα χαθεί στον ορυμαγδό των κυμβάλων. Οι θύτες θα κρυφτούν μέσα στον κουρνιαχτό και οι κραυγές των θυμάτων θα χαθούν μέσα στους ήχους των τενεκέδων. Η κάθαρση θα περιμένει την επόμενη φορά.

Γι’ αυτό με ανακοίνωση που αναρτήθηκε στο Facebook, το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών καταγγέλλει την κυβέρνηση, και προσωπικά τον πρωθυπουργό και την υπουργό Πολιτισμού, για επικοινωνιακά παιχνίδια μετά από τρεις εβδομάδες εκκωφαντικής σιωπής, τρεις εβδομάδες που οι Κυριάκος Μητσοτάκης και Λίνα Μενδώνη «κρύβονταν και έκαναν υπογείως τα πάντα για να αποπροσανατολίσουν, ελπίζοντας πως η κορωνίδα αυτών των υποθέσεων, η υπόθεση της παιδεραστίας και του πιθανού κυκλώματος πίσω από αυτήν, απλά θα παραγραφεί, όπως άλλωστε και η ανάλογη υπόθεση του συμβούλου του Πρωθυπουργού Νίκου Γεωργιάδη».

 Γράφει μεταξύ άλλων η ανακοίνωση:

«Μετά από 3 εβδομάδες εκκωφαντικής κυβερνητικής σιωπής, μόλις χθες, γίναμε μάρτυρες μιας επικοινωνιακής ομοβροντίας: ηθοποιός και σκηνοθέτης με άμεση πρόσβαση στον Πρωθυπουργό παρουσιάστηκε στην τηλεοπτική εκπομπή από όπου ξεκίνησε το κύμα των ΕΠΩΝΥΜΩΝ καταγγελιών στο χώρο του θεάτρου και του κινηματογράφου, ο Πρωθυπουργός επισκέφθηκε την Πρόεδρο της Δημοκρατίας για να δηλώσει την συμπαράστασή του στα θύματα και, τέλος, ως αποκορύφωμα, η Υπουργός Πολιτισμού παρέθεσε (στην εποχή του πολυδιαφημισμένου διαδικτυακού πολιτισμού) συνέντευξη τύπου με πρωτοφανώς κάκιστα τεχνικά μέσα και χρήση υποβολέα (που ακούστηκε καθαρότατα κατά τη διάρκεια της συνέντευξης).

«Είδαμε, λοιπόν, χθες την Υπουργό να λέει πως δεν γνώριζε τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή. Ούτε εκείνη, ούτε ο Πρωθυπουργός. Τότε ΓΙΑΤΙ τον διόρισαν; Γιατί αυτόν έναντι οποιουδήποτε άλλου; Ποιος εισηγήθηκε τον απευθείας διορισμό του; Γιατί τον διόρισε, επίσης, με απόφασή της μέλος της Επιτροπής Αξιολόγησης του "Όλη η Ελλάδα, Ένας πολιτισμός 2020"; Γιατί τον διόρισε, επίσης με απόφασή της, μέλος της Επιτροπής Αξιολόγησης των επιχορηγήσεων για το Ελεύθερο Θέατρο (πλην ΑΜΚΕ); Γιατί τον κάλεσε το 2014 να κάνει αμισθί το σπικάζ του βίντεο για το ΕΣΠΑ παραγωγής του ΥΠΠΟ, όταν ήταν Γενική Γραμματέας του; Γιατί, την ίδια στιγμή, στη φετινή σύνθεση της επιτροπής "ΟΛΗ Η ΕΛΛΑΔΑ, ΕΝΑΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ" συμμετέχει - χωρίς ψήφο - η σύμβουλος της Υπουργού; Ποια ήταν άραγε η εισήγηση της ίδιας συμβούλου κατά τον διορισμό του πρώην καλλιτεχνικού διευθυντή;

Και μέσα σε όλα, χτες, η Υπουργός Πολιτισμού της Νέας Δημοκρατίας, η επί πολλά έτη Γενική Γραμματέας του Υπουργείου, αρσακειάδα η ίδια (με την ευκαιρία, άραγε, ούτε εκείνη ούτε ο κύριος Μπαμπινιώτης γνωρίζουν για τις καταγγελίες στο Αρσάκειο παρά την στενή τους σχέση με το σχολείο αυτό;), αριστούχος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, μας αποκάλυψε ότι πέραν της - κατά δήλωσή της - άγνοιάς της για τον σύγχρονο πολιτισμό, της άγνοιάς της για την έννοια της πολιτικής, κυβερνητικής και, τελικά, της προσωπικής ευθύνης, αγνοεί βασικές διακρίσεις νοημάτων της Ελληνικής γλώσσας: δεν δύναται να διακρίνει τον ηθοποιό από τον απατεώνα, τον καλλιτέχνη από τον εγκληματία…»