Δολιοφθορά προκάλεσε το ναυάγιο του «ΑΓΙΑ ΖΩΝΗ ΙΙ»

[ ARTI news / Ελλάδα / 10.02.19 ]

Το ναυάγιο του δεξαμενόπλοιου «ΑΓΙΑ ΖΩΝΗ ΙΙ» τον Σεπτέμβριο του 2017, που προκάλεσε την πολύ σοβαρή θαλάσσια ρύπανση στον Αργοσαρωνικό, δεν είναι ναυτικό ατύχημα, αλλά αποτέλεσμα δολιοφθοράς. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει το πόρισμα του Γ’ Ανακριτικού Συμβουλίου Ναυτικών Ατυχημάτων (ΑΣΝΑ), το οποίο έχει παραδοθεί περίπου εδώ και 2 μήνες στην Εισαγγελία Πειραιά για δικαστική διερεύνηση.

Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες της «Εφ.Συν.», το Συμβούλιο αποφαίνεται ομόφωνα ότι η βύθιση του πλοίου καθώς και η σοβαρή ρύπανση του θαλάσσιου περιβάλλοντος που προκλήθηκε από αυτό οφείλονται σε «εκ προθέσεως πράξεις και παραλείψεις και εξ αμελείας αντίστοιχα» συγκεκριμένων προσώπων και εταιρειών.

Η διαπίστωση της προέδρου (εφέτης Πειραιά) και των 7 μελών του ΑΣΝΑ είναι ξεκάθαρη, καθώς, σύμφωνα με την ενδελεχή έρευνά τους για τα αίτια και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη το ναυάγιο, η βύθισή του προήλθε από «δόλια πράξη του ανοίγματος των επιστομίων θαλάσσης-ερματισμού που είχε ως αποτέλεσμα την κατάκλυση με θαλασσινό νερό χώρων του πλοίου που οδήγησε στη βύθισή του».

Η διαρροή πετρελαίου που ακολούθησε, προήλθε από τη «διαφυγή φορτίου από τα στόμια των δεξαμενών ή και από τις θυρίδες επιθεώρησης φορτίου τα οποία βρίσκονταν στο κατάστρωμα του πλοίου». Τα ανοίγματα αυτά είχαν σφραγιστεί μετά την ολοκλήρωση της φόρτωσης του πλοίου στα ΕΛΠΕ, επομένως κάποιοι μέσα στο πλοίο και ενώ αυτό βρισκόταν στο αγκυροβόλιο προχώρησαν στο άνοιγμα μερικών ή και όλων.

Επίσης καθοριστικό ρόλο στη διαφυγή του πετρελαίου στη θάλασσα και στην τεράστια οικολογική ζημιά έπαιξε η «υπερβολική καθυστέρηση στεγανοποίησης των δεξαμενών φορτίου του πλοίου, δηλαδή του κλεισίματος των ανοιχτών καπακιών», με αποτέλεσμα να διαφύγουν στη θάλασσα μεγάλες ποσότητες από τα πετρελαιοειδή, κυρίως μαζούτ, που μετέφερε το πλοίο.

Σύμφωνα με το πόρισμα του Συμβουλίου, η έναρξη της διαφυγής του πετρελαίου από τις δεξαμενές φορτίου του πλοίου άρχισε πριν από τη βύθισή του από τα ανοιχτά στόμια, όταν αυτό πήρε πλευρική κλίση, και συνεχίστηκε μετά τη βύθισή του μέχρι την ολοκλήρωση της απάντλησης φορτίου από τις δεξαμενές του.

Το επόμενο συμπέρασμα του ΑΣΝΑ μόνο οργή μπορεί να προκαλέσει: σε περίπτωση που δεν είχαν ανοιχτεί τα καπάκια των στομίων ή και των θυρίδων επιθεώρησης, τότε το πλοίο θα βυθιζόταν μεν, χωρίς όμως να είχε διαφύγει το φορτίο στη θάλασσα καθώς αυτό θα παρέμενε εγκλωβισμένο μέσα στις σφραγισμένες δεξαμενές.

Στην περίπτωση που δεν είχε καθυστερήσει η στεγανοποίηση των δεξαμενών του πλοίου, δηλαδή το κλείσιμο των καπακιών και η απάντληση του φορτίου, τότε η ποσότητα του πετρελαίου που θα είχε διαφύγει στη θάλασσα θα περιοριζόταν και δεν θα συνέβαινε η μεγάλης έκτασης ρύπανση.