Διάλεκτος και γλώσσα

[ Φοίβος Γκικόπουλος / Ελλάδα / 08.07.18 ]

Η δύναμη και η αποτελεσματικότητα της τέχνης είναι να επικαλείται λανθάνουσες στην ψυχή μας συγκινήσεις. Καμιά φορά συμβαίνει, για παράδειγμα, ν' αρχίσουμε την ανάγνωσή μας σε κατάσταση ηρεμίας ή ευχαρίστησης και να βρισκόμαστε, μετά από λίγες σελίδες ή γραμμές, βουτηγμένοι στο άγχος, σαν να έχει ανοίξει μέσα μας, ξαφνικά, μια πόρτα ξεχασμένη που μας οδηγεί σε ανησυχητικά τοπία.

Παρόλ’ αυτά, μπορεί μια ανάγνωση να επιδράσει έντονα επάνω μας και χωρίς να επικαλείται το λανθάνον (αν γι' αυτό εννοούμε ό,τι έχει ρίζες βαθιές στην ανθρώπινη φύση, που είναι έμφυτο και προσωπικό του καθενός, σε κάθε εποχή), αλλά επιδρώντας στο τυχαίο (πάνω σε ό,τι έχει τις ρίζες στην επιφάνεια και τις διαχέει σε κάτι το επίκαιρο, όπου ξυπνούν και λειτουργούν συμφέροντα και πάθη δεμένα μαζί του∙ και που, γι' αυτό το λόγο, αναφέρεται στο ιστορικό εγώ, παρά -ή πριν από- το ανθρώπινο εγώ). Επηρεάζοντας το ήδη υπάρχον, ένας τέτοιος τρόπος ανάγνωσης δεν επικαλείται: υποκινεί.

Δημιουργείται λοιπόν μια νέα και διαφορετική σχέση ανάμεσα στον αναγνώστη και τον συγγραφέα. Στη θέση της συνεργασίας που αναζητά το κείμενο τέχνης, παρατηρείται μια συν-δραστηριότητα. Το λογοτεχνικό κείμενο (και θα το ονομάσουμε έτσι χωρίς καμιά άλλη διάκριση) δεν είναι κάποιο σώμα που αισθανόμαστε να παίρνει ζωή με την επαφή και τη ζεστασιά της προσωπικότητάς μας, αλλά σκελετός που επάνω του πρέπει να πλάσουμε τις σάρκες για να γίνει, τελικά, σώμα: έχει την ανάγκη ενός αναγνώστη που είναι διατεθειμένος και σε θέση να το συμπληρώσει. Γιατί, όπου δεν είναι πλήρες, παραμένει σε αδράνεια, ανίκανο να υποκινήσει.

Τώρα, για να προσπαθήσουμε να ξεκαθαρίσουμε τι σημαίνει αυτή η διάθεση, και να πλησιάσουμε στο συγκεκριμένο, θα πρέπει να ανατρέξουμε σε μια απεικόνιση. Αν δώσουμε στη λέξη «γλώσσα» την περιγραφική αξία του οικουμενικού και α-χρονικού μέσου επικοινωνίας (φυσικά με τα χαρακτηριστικά της intelligentia που θα είναι πάντα, και στον καθένα, προσιτή) και στη λέξη «διάλεκτο» την έννοια του μέσου επικοινωνίας, περιχαρακωμένου στη στενή κοινωνικότητα μιας επαρχίας του χρόνου (άρα, με νοητικά χαρακτηριστικά που δεν θα είναι προσιτά στον καθένα και σε κάθε χρονική στιγμή), τότε θα μπορούμε να πούμε ότι, εκεί όπου το κείμενο της λογοτεχνίας είναι γραμμένο σε «διάλεκτο», το κείμενο τέχνης επικοινωνεί με τον αναγνώστη μέσα από τη «γλώσσα».

Συντακτικό και λεξικό της διαλέκτου αποτελούνται από ένα πλέγμα προβλημάτων -ηθικών, κοινωνικών, θρησκευτικών, εθιμικών- που δεν εκλαμβάνονται κάτω από το είδος του ανθρώπινου, αλλά στη μοναδική ιδιαιτερότητα με την οποία παρουσιάστηκαν σε μια εποχή, και που, γι' αυτό, με την παρακμή αυτής της εποχής, η αλλαγή των συντακτικών και των λεξικών καταλήγει με το να τα περιορίσει σε ένα παρελθόν που όλο και με μεγαλύτερη δυσκολία καταφέρνουμε να διακρίνουμε τη φωνή του. Συνεπώς, χαρακτηριστικό της λογοτεχνίας είναι η συν-χρονικότητα(σε αντίθεση με την α-χρονικότητα της τέχνης): η αξία της βρίσκεται λοιπόν μόνο στο χώρο του ιστορικού χρόνου όπου γεννιέται και απευθύνεται, και στον οποίο γίνεται κατανοητή γιατί μιλά γι' αυτήν η διάλεκτος.

 *Ο Φοίβος Γκικόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ