Γκιουλέ γκιουλέ, Γιασάρ μπαμπά

[ Θωμάς Κοροβίνης / Κόσμος / 06.10.16 ]

Η τύχη το’ φερε να γεννηθώ με τον Γιασάρ Κεμάλ, την ίδια ημερομηνία, 6 Οκτωβρίου, τριάντα χρόνια αργότερα. Είχε την ηλικία του πατέρα μου. Τον ανακάλυψα ευτυχώς νωρίς, γιατί τα βιβλία του ήταν για μένα εκτός των άλλων και μαθήματα εθνογραφίας και γνωριμίας με την λαϊκή θυμοσοφία και τους κλασικούς ήρωες της Ανατολίας. Το 1991 τον γνώρισα στην Κωνσταντινούπολη, σε μια τιμητική γι’ αυτόν συναυλία που είχε οργανώσει ο Ζουλφί Λιβανελί. Και το 1994 αξιώθηκα να μεταφράσω το μυθιστόρημά του «Ο Τσακιτζής» που εκδόθηκε απ’ την Άγρα με εκτενή εισαγωγή για τους Ζεϊμπέκους που με απασχολούσαν ήδη σοβαρά ως ερευνητικό θέμα. Τέσσερα είναι τα πρόσωπα του τουρκικού πολιτισμού που με συνεπήραν απόλυτα: δύο ασυναγώνιστοι τραγουδιστές, η Χαμιγιέτ Γιουτζεσές (1916-1996) και ο Ζεκί Μουρέν (1931-1996), ένας πολυσχιδής κινηματογραφιστής, ο Γιλμάζ Γκιουνέι (1937-1984) -που του έγραψα και αποχαιρετιστήριο τραγούδι- και προπάντων ο πνευματικός γίγας Γιασάρ Κεμάλ (1923-2015). 

Ο εξέχων βετεράνος Κούρδος δημιουργός, μοναδικός στυλίστας της ρεαλιστικής πεζογραφίας, που συμπυκνώνει στο πάμπλουτο έργο του όλες τις πτυχές της αποθησαυρισμένης ανατολίτικης σοφίας, και κατέχει μια εκλεκτή θέση ανάμεσα στους κλασικούς της παγκόσμιας πεζογραφίας, υπερέχει τον 20ό αιώνα μαζί με τον ποιητή Ναζίμ Χικμέτ από όλα τα εμβληματικά πνευματικά αναστήματα της γείτονος που της κληροδότησαν σημαίνον έργο, όπως πχ. ο Σαμπαχατίν Αλή, ο Ορχάν Βελή Κανίκ, ο Αζίζ Νεσίν, ο Κεμάλ Ταχίρ, ο Νετζατί Τζουμαλί. Είχε τιμηθεί με πλήθος βραβείων και υψηλών διακρίσεων, όμως, ήδη απ’ το 1955, έτος κυκλοφορίας του επικού μυθιστορήματός του «Ο ψηλόλιγνος Μεμέτ» θα του ταίριαζε ένα Νόμπελ, που το χάρηκε βέβαια στο πρόσωπο του πολύ νεότερου και σπουδαίου Ορχάν Παμούκ, αν και ο ίδιος δε θυμάμαι να αναφερόταν σε κείνον. Το ορφανό επαρχιωτόπουλο, από ένα χωριό της περιφέρειας Αδάνων, που έχασε πέντε χρονών τον πατέρα του μα και το δεξί του μάτι –που μου ’φερνε πάντοτε στο νου τον δικό μας Ξενάκη- στα είκοσί του ψήθηκε στα γράμματα δουλεύοντας σαν βιβλιοθηκάριος, έμαθε, -ακολουθώντας την μακραίωνη παράδοση των Ασίκηδων-, να παίζει σάζι, να αφηγείται λαϊκά παραμύθια και να τραγουδά και μετουσίωσε όλη αυτή την εμπειρία του περιπλανώμενου τροβαδούρου σε αριστοτεχνήματα μικρής πρόζας με θέματα αντλημένα από την εποποιία των λαϊκών θρύλων της Ανατολίας συνδυάζοντας παράλληλα την αποσταγμένη πείρα του από την βιωματική του πρόσληψη της αριστερής ιδεολογίας, την αγάπη του για τις τυραννισμένες ζωές των ανθρώπων της υπαίθρου, την τριβή του με την λαϊκή γλώσσα και τις ιδιομορφίες της. 

Έχω αδυναμία στις πνευματικές προσωπικότητες της Αριστεράς που κομίζουν και κάτι άλλο, πέραν των γνωστών συμβάσεων. Κι εδώ, σε μας; Δεν μας έλειψε η Διδώ, ο Τσίρκας, και αρκετοί άλλοι. Και αξιωθήκαμε έναν Ρίτσο. Ο αυτοδίδακτος αγωνιστής Γιασάρ Κεμάλ έχει ίσως ένα παραπάνω. Είναι απόλυτα ταυτισμένος με του λαϊκούς του ήρωες, εργάτες της γης, μεροκαματιάρηδες της θάλασσας, προλετάριους των μεγαλουπόλεων, πλασμένος μαζί τους• δεν τους φαντάζεται, ούτε τους φτιάχνει. Τους περιέχει σαν ομοούσιος, όπως διακριτά σε όλο του το έργο περιέχει -δίπλα στον ύμνο του αγώνα των καταφρονεμένων- την αδιάλειπτη αγωνία του για την σωτηρία της μάνας-φύσης, θέμα που ανέδειξε εξαιρετικά το σύγχρονο τουρκικό σινεμά με ταινίες που γυρίστηκαν βασισμένες σε ποιητικές νουβέλες του, όπως «Το χώμα σίδερο, ο ουρανός μπακίρι» κ.ά. 

* Το κείμενο του Θωμά Κοροβίνη δημοσιεύτηκε στο Βήμα της Κυριακής, στις 8 Μαρτίου 2015. Ο Γιασάρ Κεμάλ γεννήθηκε πριν από 93 χρόνια, σαν σήμερα, στις 6 Οκτωβρίου 1923. Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει τα βιβλία του Ο Τσακιτζής, Η θυμωμένη θάλασσα, Ιντζέ Μεμέτ, Ο μεσόστυλος, Οι αγάδες του Ακτσασάζ Ι, Χρώματα της ζωής και της γραφής, Η ιστορία ενός νησιού, Ο θρύλος των χιλίων ταύρων, Φύγανε και τα πουλιά.