Βασίλης Αυλωνίτης: «Βρε, πού πάμε; Βρε, πού πάμε;»

[ Κλεοπάτρα Ροντήρη / Ελλάδα / 03.12.16 ]

«Βρε, πού πάμε; Βρε, πού πάμε;»  

Αναφωνεί ο Ζάχος στην Ωραία των Αθηνών!

Πόσο επίκαιρη η ατάκα του, 

Αλήθεια; Πού πάμε;

Αδιέξοδο κύριε Βασίλη Αυλωνίτη!

Ευτυχώς, όμως, που έχουμε εσάς ενώ βιώνουμε την ομαδική μας κατάθλιψη ως λαός (ως ψηφοφόροι κι ως υπερήφανοι νεοέλληνες), να μας … αναγκάζετε να γελάμε, με την Τέχνη σας.

Πώς είπατε; «Ευστάθιος Αλεξάνδρου, οικιακά;» αποφασίσατε να μείνετε σπίτι απόψε; Και πάλι μαζί μας;

Είδατε; Σαν να μη φύγατε ποτέ. Μα δεν φύγατε. Μας συντροφεύετε καθ’ εκάστην. Μαζί σας, γελώντας, ξεπερνάμε της δυσκολίες της μιας μέρας και προχωράμε για την άλλη.

Αλλά θα θέλαμε να μάθουμε και κάτι πιο προσωπικό για σας.

Γεννηθήκατε το 1904. Και το 1924, επίσης. Η δεύτερη χρονολογία μας αφορά. Αυτή, που ενώ δουλεύατε ως μηχανικός σκηνής στο θέατρο Έντεν του Θησείου, σας έσπρωξαν «για πλάκα» στη σκηνή! Το 1927 εγγραφήκατε στο ΣΕΗ (ήταν σημαντικό και πρωτεύον τότε για έναν ηθοποιό, που σεβόταν τον εαυτό του) και το 1928 συγκροτήσατε δικό σας θίασο. Το 1931 κινδυνέψατε.. Μια σφαίρα! … από ένθερμο, μάλλον “θερμόαιμο” βενιζελικό, κατάφερε να σας καθηλώσει στο κρεβάτι για λίγο, αλλά όχι να σας κάνει να σωπάσετε. Από την Αλβανία στο Ρίμινι πήγαινε καθημερινά ο στρατιώτης Πολυχρόνης Περονόσπορος, το 1941 εξιστορώντας με χιούμορ, τα δεινά του πολέμου, σε εποχές που ο εθνικός πόνος, για να γλυκαθεί, αναζητούσε ομαδική ψυχοθεραπεία στην επιθεώρηση. Μαζί σας τον ξεπερνούσαν και τότε! Από τότε!

Μα, με συγχωρείτε, –άλλωστε  δεν είναι κρυφό– αγράμματος εσείς, πώς μαθαίνατε τους ρόλους σας; Με βοήθεια, ναι. Πώς αλλιώς; Και οι προσθήκες σας ανεπανάληπτες! Καλά, ξέρουμε, όχι μόνον οι δικές σας! Είστε σεμνός και θέλετε να υπογραμμίσουμε ότι και οι συνάδελφοί σας το έκαναν αυτό επιτυχώς.

Η Βασιλειάδου, ο Ρίζος, ο Χατζηχρήστος, καλοί συνεργάτες και φίλοι; Το βλέπουμε στην οθόνη. Αυτό το ασπρόμαυρο πανί, που έγινε γυαλί, έπιπλο του σπιτιού, που παλιά στόλιζε τις ανάπαυλες των εργαζομένων, τα Σαββατόβραδα και τα Κυριακάτικα μεσημέρια.

Κύριε, Αυλωνίτη, όχι δεν παραλείπουμε τους άλλους συνεργάτες σας ηθοποιούς. Αλλά πώς να τους απαριθμήσουμε όλους; Είναι όλοι. Όλοι οι προσφιλείς επισκέπτες του ασπρόμαυρου, που βάζουν χρώμα στη ζωή μας!

«Τάξις και ηθική!» Σσσσς! Θα μας ακούσουν! Και θα νομίζουν οι μεν κρατούντες ότι πάλι ξεχάσαμε και οι Έλληνες ότι πάλι τους κοροϊδεύουμε.

Μην ξαναπείτε «Λεφτά έχουμε.» Έχουν! Δεν έχουμε, κύριε Αυλωνίτη.

«Τα βούτηξαν» και «δεν λαλούν σαν το καναρινάκι στο κλουβί» όπως ο Χορν. Αυτά που βούτηξαν, όμως τους φτάνουν όχι για μια, αλλά για περισσότερες ζωές, και μάλιστα έξω απ’ το  κλουβί! Ενώ εμείς  Μια ζωή την έχουμε! κι ούτε μια, αλλά δεν τους νοιάζει, κύριε, Χαράλαμπε Μπαζούκα, και δεν μας έμεινε καν το εισιτήριο για το ταξίδι στα Κύθηρα.

Ελάτε, μην αλοιθωρίζετε μ’ αυτά που ακούτε κύριε, Σπανοβαγγελοδ … Καλά, θα αρκεστούμε στο Γύλος! Ας προσέχαμε, μας προειδοποιήσατε.

Είπατε ότι δεν προλαβαίνατε να δείτε τις ταινίες σας. Πρόβες το πρωί, παραστάσεις το βράδυ, μετά γυρίσματα …. επιθεωρήσεις, κωμωδίες, οπερέτες, πρόζες, ακόμη και δράματα. Είχατε πει σε κάποιο φίλο σας:  «Δημητράκη, (Λυμπερόπουλο, αν ισχύει η πληροφορία) θα τις δω στον άλλο κόσμο, όπου δεν μπορεί, κάποιος Έλληνας ή Εβραίος θα έχει στήσει σινεμά».

Τις βλέπετε; Σας αρέσουν όσο και σε μας;

Σας παρακαλούμε, γυρίστε μας άλλη μια φορά τη λατέρνα στη φτώχεια μας και στο φιλότιμό μας …

«Αχ! βρε παλιομισοφόρια,

τι τραβάν για σας τα ’γόρια»

Γειά σας κύριε Παυλάρα! Δείτε, στη γωνία ο κύριος συνάδελφος γρατζουνίζει το βιολί του…

Κάπως έτσι ηχεί η σημερινή ελληνική πραγματικότητα …

Προτιμούμε τη λατέρνα σας …

«Ένα βράδυ στην Καστέλα

με μιαν όμορφη κοπέλα …»