Βαγγέλης Κούτας: Ο χρόνος μπροστά μας

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Ελλάδα / 10.06.17 ]

Ο Βαγγέλης Κούτας, επανέρχεται μ’ ένα καινούργιο μυθιστόρημα, το «Ο χρόνος μπροστά μας» από τις εκδόσεις Κέδρος.

Επιστρέφει στις λιμνοθάλασσες του Αμβρακικού, επιστρέφει στο χωριό του, γιατί «Ο άνθρωπος πρέπει να ζει εκεί όπου τον αγαπάει ο τόπος». Αλλά επειδή δεν μπορεί να ζήσει εκεί, η Vita activa υποκαθίσταται από την vita contemplativα. Ο συγγραφέας μας μιλάει σχεδόν σε όλα τα βιβλία του, για την ακρίβεια μας περιγράφει, την χαμένη αρμονία του ανθρώπου με τη φύση (την ΕΝΤΟΠΙΑ, προσοχή καμία σχέση με την εντοπιότητα). Διαβάζω: «Όταν ξυπνήσεις το πρωί, δες τα σύννεφα. Μύρισε τον βάλτο και άκου τα πουλιά του ουρανού μόλις σταματήσει η βροχή… Που υπάρχουν όλα αυτά;» Ή ακόμα: «Ξύπνησα κάτω απ’ την αγριελιά τη μοναχή, κάτω στο αυλάκι στην κοψιά του λόγκου με τον βάλτο. Είχε φέξει για τα καλά… Έτριψα τα μάτια και είδα τον ίσκιο απ’ το δέντρο, που είχε μικρύνει τρεις τέσσερις οργιές. Μόλις είχε μπει ο Μάης και τα χαμομήλια ανάσταιναν και πεθαμένο…».

Ο Κούτας γράφοντας υπαινίσσεται το ερώτημα: «Γιατί γράφουμε»; Όπως είδαμε το κάνει για προσωπικούς λόγους, για δική του ανάγκη, αλλά συγχρόνως, ενστικτωδώς, προκαλεί μία δευτερεύουσα δράση, που είναι η δράση δια της αποκάλυψης. Οι λέξεις του είναι «πιστόλια γεμάτα σφαίρες», που πυροβολούν στόχους. Ποιοι είναι αυτοί οι στόχοι; Οι αποκαλύψεις της αδικίας.

Η αποκαλυπτική Πράξη μέσω της γραφής έχει ως στόχο να εξηγήσει με λογοτεχνικό τρόπο πως επενεργούν το περιβάλλον(ελονοσία, φυματίωση, σάπισμα κυριολεκτικά από την υγρασία), η κοινωνία του χωριού, οι συνήθεις πρακτικές γάμου (με προξενιό ή λόγω του αναδασμού, δηλαδή με μία πολιτική απόφαση), η Εκκλησία (ο παπάς για καλό-φύλαξε τον Σπύρο- και για κακό-πιέσεις στις οικογένειες των εξόριστων να υπογράψουν), το παρα-κράτος (ΤΕΑ), το καφενείο (των ντόπιων και των Πόντιων-ξένοι-παρακατιανοί), -το σχολείο δεν υπάρχει, τρεις τάξεις δημοτικού ίσον μορφωμένος- αποκαλύπτει δηλαδή τις συνέπειες που έχουν όλα αυτά για την ψυχή, τις συμπεριφορές και τις ζωές των ανθρώπων. 

Κοντολογίς, ο συγγραφέας δρα, γράφοντας για να αλλάξει τον κόσμο δια της αποκάλυψης. Αποκαλύπτει στους ανθρώπους γιατί ζουν έτσι κι όχι αλλιώς. Γιατί ερωτεύονται έτσι κι όχι αλλιώς. Γιατί η Ευανθία μισεί τον Κλεάνθη, και ερωτεύεται όσους φορούν στολή. Γιατί ο Κλεάνθης αγαπά την Μαρία και πολλές ακόμα(πριν). Γιατί η ΚΛΟΠΗ δεν είναι ΚΛΟΠΗ –είναι απαλλοτρίωση- καθώς αυτή έγινε στην πραγματικότητα από το κράτος και την Εκκλησία. Γιατί οι άνθρωποι σκοτώνονται χωρίς να ξέρουν το λόγο (αποδίδοντας λόγω άγνοιας τα πάντα ΣΤΟ ΠΙΟΤΟ και την ΚΑΚΙΑ ΩΡΑ). Αυτή είναι η λογοτεχνία της Πράξης. Άρα η λογοτεχνία της Πράξης έχει ως καθήκον να αποκαλύψει τον πραγματικό κόσμο και να τον υπερβεί, να τον αλλάξει.

Ο συγγραφέας αποδίδει δικαιοσύνη, μιλάει στο «όνομα του πατρός» και αποκαθιστά τον Κλεάνθη. Αυτόν ο οποίος από τη συντηρητική οπτική χαρακτηρίζονταν «πότης, κλέφτης και ανεπρόκοπος» και ο οποίος από ενστικτώδη δικαιοσύνη προσεγγίζει τον μαρξιστή Σπύρο. Αλλά τι σήμαινε ΚΛΟΠΗ; Τι σήμαινε Πότης; Τι ανεπρόκοπος;  

Για την ΚΛΟΠΗ μιλάει ο ίδιος ο πρωταγωνιστής. «Ποιος κλέβει κι από πού;» ρωτάει. Οι λίμνες, τα δάση, οι θάλασσες και τα βουνά ήταν κοινόχρηστα πριν, ύστερα ήρθε το κράτος, τα χοτζέτια μαζί με τα χρυσόβουλα των τσιφλικούχων και των μοναστηριών.

Ένας ολόκληρος κόσμος, που ζει στη φύση, που δεν έχει αποκοπεί απ’ αυτή για να την εξουσιάσει, αλλά βιώνει τους ρυθμούς της, ταυτισμένος μαζί της, ζώντας με άλλα λόγια σε αρμονία μαζί της (η ΕΝΤΟΠΙΑ που λέγαμε) δέχεται τους νέους νομικούς και πολιτιστικούς κώδικες της αστικής ατομικότητας σαν βιασμό, βιώνει την αλλαγή των συμπεριφορών του που είναι φυσικοποιημένες(Habitus), σαν ακρωτηριασμό, σαν ψυχικό φόνο. Γι’ αυτό αυτοδικεί. Συνεχίζει να κάνει ό,τι έκανε. Μόνο που με τις καινούργιες συνθήκες αυτό θεωρείται παραβατικό, παράνομο.  Για τον Κλεάνθη, όμως, παράνομοι και κλέφτες είναι οι άλλοι, οι νέοι ιδιοκτήτες, το κράτος, που νοικιάζει τα διβάρια, η εκκλησία και τα μοναστήρια, που νοικιάζουν τα απέραντα χωράφια τους, τα βακούφια σε απατεώνες και παραγωγούς χασισιού με την ανοχή και τη σύμπραξη της εκκλησίας. Το συμβάν είναι πραγματικό. Ο Κλεάνθης, τελικά, αντιδρά στην αστικοποίηση, αντιδρά στην εισβολή της κρατικής τάξης και γίνεται αντιεξουσιαστής, που απαλλοτριώνει το κλαπέν…

Κι αν το πολιτικό και νομικό πεδίο επιβάλλει την αστικοποίηση, το πολιτιστικό επιχειρεί να χειραγωγήσει, να αλλάξει τα μυαλά των ανθρώπων. «Όπλο» για την μεταβολή της πολιτιστικής συνθήκης, την αλλαγή στη συμπεριφορά και τον τρόπο σκέψης των χωρικών είναι ο κινηματογράφος (και αργότερα η ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ). Γράφει ο συγγραφέας: «Ο κινηματογράφος που ήρθε τα ‘κανε όλα χειρότερα για μας τους χωριάτες. Τα αρώματα, τα φανταχτερά ρούχα και οι μεγάλες λιμουζίνες πάνω στα πανιά που δείχνει κάθε μήνα ο σινεματζής που έρχεται από την πόλη τα ζήλεψαν όλοι. Αυτά είδε και η Ευανθία και νομίζει ότι της πρέπουν σπίτια ψηλά και λιμουζίνες…». Η γυναίκα θέλει να φύγει, να πάει στην Γη της Επαγγελίας, στην Αθήνα. Για τον Κλεάνθη, όμως, η εγκατάλειψη του Τόπου του και η αστικοποίηση είναι εγκατάλειψη της αρμονίας του, της ψυχής του και της φύσης του. «Όλοι πρόεδροι, βουλευτάδες και δάσκαλοι θα γίνουμε; Εμένα μ’ έκανες ψαρά και μ’ αρέσει που απλώνω τα χέρια και αγκαλιάζω τον τόπο. Παράδεισος είναι, κι ας γκρινιάζω καμιά φορά», λέει.

Όμως η αρμονία με τη φύση συμπληρωνόταν και από μία αρσενική κοινωνική δομή, την ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΟΥ ΡΑΚΙΟΥ, που απέκλειε τις γυναίκες (εκείνο τον καιρό) και είχε ως βασικό της θεσμό το ΚΑΦΕΝΕΙΟ -Υπ’ αυτή την οπτική, το φευγιό της Ευανθίας έχει και μία επαναστατική γυναικεία πλευρά-. Εκεί, λοιπόν, στο καφενείο έγινε το φοβερό φονικό.

Ας δούμε τα RES FICTAE, τα πραγματικά γεγονότα: ΔΙΑΒΑΖΩ από εφημερίδα του 1985: «Ο τραυματίας Σπύρος Τζώρας δήλωσε στους αστυνομικούς και τους δημοσιογράφους ότι κατά την άποψή του, στόχος του δράστη ήταν ο Λευτέρης Μπιζώνης. «Ο φονιάς τον ζήλευε θανάσιμα γιατί είχε αποκτήσει οικονομική άνεση, ενώ ο ίδιος είχε φτωχύνει προικίζοντας τα τέσσερα κορίτσια του». Ο φονιάς ανέφερε ότι αιτία της τραγωδίας ήταν το ποτό. «Δεν μπορώ να εξηγήσω τι ήταν αυτό που έκανα. Μόνο μια εξήγηση μπορώ να δώσω. Αυτό το καταραμένο το πιοτό ήταν η αιτία. Ήμουνα μεθυσμένος. Είχα πιει πολύ, θόλωσε το μυαλό μου και δεν ήξερα τι έκανα. Την πλήρωσαν άνθρωποι που δεν έφταιγαν σε τίποτα».»

 Πως περιγράφει ο Κούτας το κοινωνικό μπούλινγκ στον Θεόφιλο: «Όλοι τον έβριζαν και τον υποτιμούσαν. Ο ξεδοντιάρης ο Δημητράκης τον είχε γελάσει κατάμουτρα», τον είχε βάλει να πληρώσει το κερασμένο ποτό…    Το πρωί είχε πυροβολήσει γύρω στις σαράντα φορές και είχε σκοτώσει τριάντα πέντε άγρια πουλιά. Με το όπλο στο χέρι ένιωθε δυνατός… Το τρέμουλο στο μάγουλο είχε σταματήσει… έξι νεκροί… Όλα ήταν τακτοποιημένα, σαν συνέχεια της πρωινής παγάνας…». Αυτοδικία. Φύση. Ακαλλιέργητα, αμολυμένα ένστικτα. Η ζωή ενός ανθρώπου τιμάται όσο και η ζωή μιας λούφας, μιας αγριόπαπιας!

Ο Κούτας δίνει μία διάσταση άλλη από εκείνη που δόθηκε εκείνο τον καιρό στο φοβερό έγκλημα. Υπερβαίνει την «κακιά η ώρα», το για όλα «φταίει το πιοτό» και διεισδύει κάτω από το κάλυμμα, το ξεσκίζει. Η δική του εκδοχή για το έγκλημα είναι πολιτική, είναι η απόρριψη για λόγους πολιτικούς του φονιά. Ο φονιάς ήταν ο αρχιΤΕΑτζής του χωριού. Κι ήταν η λέξη «φασίστας» που λειτούργησε αλλά ο καταλύτης ήταν το κέρασμα που ακυρώθηκε. Μα για ένα  κέρασμα έξι φόνοι; Εδώ υπεισέρχεται η Αντρική, όπως είπαμε, Κοινωνία του Ρακιού και οι αξίες της. Για να κατανοήσουμε την αιτία πρέπει να δούμε πως λειτουργούσε αυτή η κοινωνία και πως ένα μη κέρασμα σήμαινε αποκλεισμό, κοινωνική απόρριψη.    

Στην κοινωνία του Ρακιού οι άντρες (όχι όλοι) περιφρονούν το χρήμα, αφήνοντας τις παραγωγικές δραστηριότητες στις γυναίκες, ενώ οι ίδιοι κρατούν για τον εαυτό τους τις δραστηριότητες του παιχνιδιού και της «οινο-πνευματικής» γιορτής. Ο θεσμισμένος πυρήνας της κοινωνίας αυτής είναι το καφενείο. Τα καφενεία ως τόποι κοινωνικής και πολιτικής επικοινωνίας λειτουργούν ως αντιδομή στην εύτακτη οικιακή λογική και την ιδεολογία της ανώτερης, συντηρητικής τάξης(εν προκειμένω μαφιόζικης. Στο καφενείο αίρονται οι ταξικές διαφορές μέσα από τις εξισωτικές πρακτικές του «κεράσματος» της παρέας, και της συναισθηματικής φιλίας που αναπτύσσεται. Εδώ οι διαφορές των ανδρών –αυτοί πηγαίνουν κυρίως στο καφενείο- οργανώνονται στη βάση του κεφιού και του φιλότιμου (και όχι με οικονομικά, ή ταξικά κριτήρια), κυρώνοντας την αυτονομία του αρσενικού ως ηθικού προσώπου που αντιτίθεται στις εξαρτήσεις του γάμου και της οικιακότητας. Μέσα από την τελετουργία του δώρου και αντιδώρου μέσω δηλαδή της ανταλλαγής ποτών, αναπτύσσεται μία ανώτερου τύπου αμοιβαιότητα(η ρακοποσία της παρέας) όπου γίνεται η όσμωση και ο μετασχηματισμός των κοινωνικο-οικονομικών και άλλων διαφορών σε μία κοινότητα φιλίας (όλοι δένονται με τις «γύρες»). 

Αυτός ο εξισωτικός συμποσιασμός του καφενείου θα αντιτεθεί στις αστικές δυνάμεις της αγοράς, του χρήματος και του κράτους, αναδεικνύοντας συγχρόνως το πολιτικό υποκείμενο που αποκλήθηκε «λαός». Με άλλα λόγια, οι πληβείοι-άντρες εδώ στο καφενείο ασκούν κριτική, αντιστέκονται ή αποφεύγουν τόσο τις αφομοιωτικές ιδιότητες του νοικοκυριού όσο και τη διείσδυση του κράτους.

Το καφενείο θα είναι ένας ριζοσπαστικός αντιεξουσιαστικός θεσμός σε σχέση με το σπίτι, την εκκλησία και την πολιτική συντήρηση.

Βέβαια, υπάρχει και μία άλλη κατηγορία ανδρών(των νοικοκυραίων) που εισάγουν στο χώρο του καφενείου τις αρχές του νοικοκυριού και ανέχονται το κράτος. Αυτοί καλούν το κράτος να ρυθμίσει τη σύγκρουση οικογένειας και κοινότητας, τη σύγκρουση των ατομικών ή οικογενειακών τους συμφερόντων. Έτσι, τα καφενεία θα είναι από τη μια αντισυμβατικά και χώροι αντισυσσώρευσης και αμφισβήτησης και από την άλλη συμβατικά και συμβατά με την κοινωνία των νοικοκυραίων και τη συσσώρευση. Οι φορείς της συμβατικότητας συγκρούονται με τους αντισυμβατικούς και οι συγκρούσεις είναι ενίοτε φοβερές, ακόμα και φονικές, όπως στην περίπτωσή μας.

Ο αντισυμβατικός συμποσιασμός δεν διακρίνει δικούς και ξένους. Ο Κλεάνθης και ο Σπύρος έχουν φίλους του Πόντιους. Αντίθετα, ο νοικοκυρίστικος συμποσιασμός είναι κλειστός και απαγορευτικός στους ξένους. Γι αυτό θύμωσε τόσο ο ΤΕΑτζής Θεόφιλος. Γιατί και ο ίδιος λειτουργούσε έτσι. Η απόρριψη συνέβη από τους δικούς του. Αυτός είναι ο αντιθετικός προσδιορισμός (Χέγκελ). Ο Θεόφιλος έγινε κι αυτός αυτό που επεφύλασσε ως τιμωρία για τους άλλους. ΞΕΝΟΣ. ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΕΝΟΣ. Αυτόν τον αποκλεισμό δεν άντεξε. Τον απέκλεισαν… Αυτό ήταν που τον εξόργισε… Και όπως ο Μερσω του Καμύ, έτσι κι αυτός σκότωσε για να μην αισθάνεται ένα Τίποτα, για να είναι Κάποιος. Ο αντρισμός του, ή το πρόσωπό του (που είναι το ίδιο στον φαλλοκρατικό εγκέφαλο) αποκαταστάθηκε με τη χρήση του φαλλικού του συμβόλου, της οκτάσφαιρης καραμπίνας του.

 Τελικά, η κοινωνική ειρήνη αποκαταστάθηκε με την διάκριση σε πράσινα και μπλε καφενεία. Με έναν δηλαδή διχασμό. Σήμερα αυτός δεν υπάρχει. Η γενιά της κοινωνίας του ρακιού και των μπλε και πράσινων καφενείων έχει αντικατασταθεί από την κοινωνία του ΜΠΛΑΚ. Οι φίλοι αντικαταστάθηκαν από τους ψυχογιατρούς.  

Τελικά, η θεραπεία επήλθε για μία ακόμη φορά. Ο συγγραφέας επιστρέφει στον γενέθλιο τόπο του για να αντλήσει «βαθιά ψυχή».

Σκάβει βαθιά, ανακαλύπτει πηγή, ξεδιψάει και μας προσφέρει λαγαρό νερό για να ξεδιψάσουμε όλοι…

*Οι φωτογραφίες είναι του ΚΩΣΤΑ ΜΠΑΤΣΗ από την παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα (BOOK Plus 9/6/2017)