Αυθάδης ομορφιά

[ Γιώργος Σταματόπουλος / Ελλάδα / 13.02.15 ]

Παρα ήταν αυθάδης η ομορφιά του μονότοξου γεφυριού της Πλάκας•συναγωνιζόταν την αγριότητα και την ηρεμία, δόξαζε το θαυμαστόακατέργαστο της φύσης. Μοναχικό και υπερήφανο, άντεξε ιστορία καιεπιβλητικότητα για εκατόν πενήντα χρόνια. Ζάλιζε το άνοιγμα του τόξουτου, τύφλωνε τους επισκέπτες οδηγώντας τους στη μύηση της συγκίνησης. Οιπολλοί εσωτερίκευαν το μικρό τούτο αρχιτεκτονικό θαύμα και όταν τοαποχαιρετούσαν ήσαν πιο καλοί άνθρωποι, έβαζαν μια ανυψωτική αισθητικήστο κορμί τους. Ενοποιό και αγέρωχο, ζείδωρο και συμφιλιωτικό,πολιτισμικό και κοινοτιστικό• αυθαίρετο και υψηλό, φτιαγμένο από έμπειροτεχνίτη με μάτι έμπυρο και χέρι στιβαρό.

Ειρηνικό και αντιστασιακό• σ’ αυτό επέδειξαν οι κρατικοί υπάλληλοι την ακηδία τους, την αγραμματοσύνη τους, την ασχετοσύνη τους με το βάθος της φύσης και των κοινοτήτων περί το μέγα γιοφύρι. Προφανώς δεν το επισκέφτηκαν ποτέ και, αν αυτό συνέβη κάποτε, δεν συναντήθηκαν με το βάθος του ύψους του, αλλά και με το ύψος του βάθους του• οι καημένοι.

Ηττημένοι, που δεν μπόρεσαν να το προστατέψουν, νιώθουν οι Ηπειρώτες. Λειψοί και μεις οι υπόλοιποι Ελληνες, σαν κάτι να μας αφαιρέθηκε βίαια, σαν να χάθηκε ο ήχος του αρχέγονου κλαρίνου που έμελπε την τραχύτητα ανακουφίζοντας τους θεούς της χώρας.

Δεν του πρέπουν θρήνοι και οδυρμοί. Να βάλουν οι υπεύθυνοι το κεφάλι τους κάτω και να αναστήσουν το αριστούργημα πάραυτα, χωρίς γραφειοκρατικές διαδικασίες και αποποίηση ευθυνών. Απαντες ευθυνόμεθα, εκτός από τη φύση που το κατέστρεψε. Μα είχε καταστραφεί πολύ νωρίτερα, δυστυχώς...

Το σώμα του γιοφυριού είναι η βαθύσοφη λαϊκή αρχιτεκτονική των ανθρώπων που επιζητούν την επικοινωνία, που παντρεύουν τις λαλιές τους και τον πόνο ή τη χαρά τους. Να σταματήσουν οι λυγμοί και να στρωθούν όλοι στη δουλειά, αλλιώς τι χρείαν έχουμε του υπερανεπτυγμένου τεχνικού πολιτισμού; Να υψωθεί το γιοφύρι, αυτό, να μη χαθεί η έκπληξη που προκαλούσε στους διαβάτες και τους κατοίκους των γύρω χωριών, να διαμορφώσει η καμπύλη του τη ροή των αέρηδων, να αλλάξει το τοπίο και οι μικροί ελληνικοί (συμπαντικοί) άνεμοι.

Να ομορφύνουν τα βουνά και τα δέντρα, τα χάνια και τα χωριά, οι κοιλότητες και οι όχθες των ποταμιών, διαφορετικά ο κόμπος δεν θα φύγει από τον λαιμό μας. Τα μνημεία δεν είναι για θάνατο• είναι η συλλογική μνήμη, η ανθρώπινη αγωνία να δαμαστεί το άγνωστο, να τιθασευτεί η φύση, είναι το φύσημα του πνεύματος στην ύλη, η ύλη που γίνεται πνεύμα και προχωρεί έτσι η ανθρωπότητα. Είμαστε εντός φύσεως, όχι εκτός, μήτε υπεράνω. Ταπεινοί υπηρέτες της ύπαρξής μας, όσο και γενναίοι και υψηλόφρονες.

Τιμή μόνο τούς πρέπει και φροντίδα, που απαιτούν βεβαίως ανθρώπους που ξέρουν να εκτιμούν και να αγαπούν, να σέβονται την πλαστουργία και την επινοητικότητα (το πνεύμα που λέγαμε). Το είπαμε; Ναι, αλλά πρέπει κι αυτό με τη σειρά του να εισχωρήσει στους εγκεφάλους εκείνων που είναι υπεύθυνοι για τα μνημεία. Να τα συναντήσουν, να συνομιλήσουν μαζί τους, να τα ερωτευθούν, να τα αναδείξουν, να μάθουν την ιστορία τους και τη συμβολή τους στο αεί γίγνεσθαι.