Από τον Διόνυσο στον Απόλλωνα και τον Καβάκο

[ Ευάγγελος Αυδίκος / Ελλάδα / 28.06.16 ]

 

 Με καθυστέρηση και στη σκιά του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος στα γαλλικά γήπεδα και τη φλυαρία για την αποκρυπτογράφηση του μέλλοντος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος, προέκυψε Καβάκος και οι απόψεις του για τη σχέση του νεοελληνικού πολιτισμού με την Ανατολή και τη Δύση.

  Πρόκειται για τον σπουδαίο βιολιστή Λεωνίδα Καβάκο, που έχει διακριθεί ποικιλοτρόπως στα αλώνια της κλασικής μουσικής. Η αίσθηση που έχω για τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη είναι θετική. Είναι σοβαρός άνθρωπος, προσηλωμένος στον στόχο του και με ορθό λόγο. Τι ήταν, όμως, αυτό που προκάλεσε την μήνιν διαφόρων δικτυακών τόπων;

  Σχολιάζοντας την ανυπαρξία σχεδόν συστηματικών σπουδών στην κλασική μουσική, ενδεχομένως εκφράζοντας και την πικρία του, παρατήρησε σε μια συνέντευξή του στην κρατική τηλεόραση: «Στην Ελλάδα έχει περάσει αυτή η απαράδεκτη, η εγκληματική άποψη ότι εμείς εδώ έχουμε περισσότερη σχέση με την Ανατολή απ’ ό,τι έχουμε με τη Δύση. Αυτό είναι έγκλημα(…) Έχει περάσει αυτή η αντίληψη ότι εμείς εδώ είμαστε περισσότερο Ανατολίτες και δεν έχουμε τόσο σχέση με τον δυτικό πολιτισμό της Ευρώπης, που είναι ό,τι πιο απαράδεκτο μπορεί κανείς να εκφράσει (σ.σ. η εν λόγω... εγκληματική άποψη) και κυρίως ως Έλλην(…)Ο Έλλην θεωρεί ότι είναι πιο κοντά, να το πω απλά έτσι, σ’ ένα τσιφτετέλι ή σ’ έναν αμανέ τούρκικο παρά στη μουσική του Μπαχ.(…) Όταν σκεφτεί κανείς τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη και να προσπαθήσει να τοποθετήσει έναν απ’ αυτούς κοντά ή στον Μπαχ ή στον αμανέ – πού θα πάει πιο κοντά;».

    Ο Καβάκος, με θάρρος, καταθέτει την άποψή του, η οποία δαιμονοποιήθηκε. Προφανώς, η σκέψη του, σε πρώτη ανάγνωση, φαίνεται να αναπαράγει τη κλασική διχοτόμο ανάμεσα στο Απολλώνιο(τη λογική) και το Διονυσιακό πνεύμα(το συναίσθημα). Επαναφέρει το ερώτημα αν ο Έλληνας ανήκει στη Δύση ή την Ανατολή.

     Το δίλημμα αυτό είναι ψευδεπίγραφο. Για ιστορικούς και πολιτισμικούς λόγους ο ελληνικός πολιτισμός είναι υβρίδιο, όπου συνυπάρχουν και τα δύο στοιχεία. Στο σώμα του ελληνικού πολιτισμού υπάρχει η παράδοση της φιλοσοφίας και του ορθού λόγου αλλά και η παράδοση της Ανατολής, σε σημείο που είναι ματαιοπονία να σύρει κάποιος μια διαχωριστική γραμμή. Θα αναφερθώ σε δυο παραδείγματα από τη μουσική: τον Χατζηδάκη και τον Θεοδωράκη. Και στους δύο συναντιέται το μείγμα των δύο παραδόσεων, άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο.

   Δεν μπορώ να κατανοήσω τον απαξιωτικό τρόπο απέναντι σε δημιουργούς. Εκδηλώθηκε ιερή αγανάκτηση για την άποψή του για το ρεμπέτικο. Η συνέντευξη χαρακτηρίστηκε 'βδέλυγμα', καθώς ο Καβάκος δήλωσε: «θεωρώ ότι η ψυχολογική επίδραση που έχει το κείμενο ενός δημοτικού τραγουδιού είναι μία ψυχολογική επίδραση ανάτασης, (ενώ) η ψυχολογική επίδραση που έχει το κείμενο ενός ρεμπέτικου τραγουδιού ή λαϊκού είναι μία ψυχολογική επίδραση απόλυτης παρακμής».  

     Δεν είμαι στο μυαλό του Καβάκου κι έτσι η δική μου πρώτη αντίδραση ήταν αρνητική. Ωστόσο, πιστεύω πως αδικείται ο Καβάκος. Υπερτονίζεται η αναφορά του στο ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι, χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις. Οι αντιδράσεις, ωστόσο, είναι συναισθηματικές και αϊστορικές. Ξεχνούν όσοι κατακεραυνώνουν τον Καβάκο πως τα ρεμπέτικα στην πρώτη περίοδο, την προπολεμική, ήταν ο πολιτισμός μιας συγκεκριμένης ομάδας που ζούσε σε συγκεκριμένους χώρους, με συγκεκριμένες συμπεριφορές και αξίες ζωής. Ο Τσιτσάνης και ο Βαμβακάρης το έβγαλαν από τα υπόγεια και έγραψαν στίχους που αφορούσαν ευρύτερες λαϊκές ομάδες.

    Όσοι όμως επικρίνουν τον Καβάκο για το ρεμπέτικο «πνίγουν» την αναφορά του στη σπουδαιότητα του δημοτικού τραγουδιού, που ασφαλώς είναι κι αυτό γέννημα συγκεκριμένων συνθηκών. Γιατί; Μήπως είναι η απέχθειά τους για ένα είδος πολιτισμού της υπαίθρου;

    Η μουσική κι ο πολιτισμός έχουν ρίζες. Εκφράζουν αξίες αλλά κι αλλάζουν. Το ρεμπέτικο και το δημοτικό τραγούδι είναι δυο μορφές του λαϊκού μας πολιτισμού που συνυπάρχουν μαζί με τους σπουδαίους δημιουργούς. Δεν είναι τυχαίο που ο Τσαρούχης λάτρευε το ρεμπέτικο, το λαϊκό τραγούδι. Το ίδιο κάνουμε όλοι μας, χωρίς να ταυτιζόμαστε  με το περιεχόμενο των στίχων της πρώτης περιόδου. Γιατί ο πολιτισμός μας βυζαίνει από πολλές βυζάχτρες.