Αποχαιρετισμός στον σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο

[ Νίκος Μπουντούκης / Ελλάδα / 03.03.17 ]

Τι αλληγορία για όσους χρειάζονται στη ζωή τους έναν ηγέτη, «ένα βασιλιά, δράκο με χοντρό ή λεπτό λαιμό»! Τι ειρωνεία, τι σαρκασμός, το φιλμ αυτό για όσους παραμυθιάζονταν με δράκους και συνήθισαν να ζουν με τα φαντάσματα, μέσα στην καρδιά του μετεμφυλιακού αστυνομικού κράτους. Δώδεκα χρόνια μετά τον κόκκινο Δεκέμβρη του ’44 ένας Δράκος περιπλανήθηκε στους δρόμους της Αθήνας, όπως πλανιέται πάνω από την Ευρώπη το φάντασμα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου. Ρίγη τρόμου κυμάτισαν από το πέρασμα του στο δέρμα, τα ρούχα και τους ασβεστωμένους τοίχους των Αθηναίων, δόντια τρίξανε, μασέλες και κεραμίδια κροταλίσανε, παρά την εξοικείωση τους με κατοχές και εμφυλίους πολέμους.

ΜΟΝΤΑΖ ΦΙΛΜ ΚΑΙ ΝΟΗΜΑΤΩΝ

Με αφορμή τον πρόσφατο θάνατο του σκηνοθέτη Νίκου Κούνδουρου, μοντάρισα εξ’ αρχής στη μονταζιέρα μου το υλικό του κινηματογραφικού Δράκου της Μαγικής Πόλης, σαν δύο διαφορετικές διαδρομές σε ίδιο σταυροδρόμι.

Ξανάγραψα το ερμηνευτικό σενάριο, αποφεύγοντας τυχόν λάθη στη μετάφραση, την παράφραση, τις παρομοιώσεις, τις μεταφορές. Ξαναγύρισα επίσης ορισμένες σκηνές σε ότι αφορά τις εντυπώσεις που αφήνει, τις ιδέες, τους συμβολισμούς και τα βαθύτερα νοήματα. 
Στο κάδρο των εναρκτήριων τίτλων της « Μαγικής Πόλης», ο Λυκαβηττός, τυλιγμένος στην πρωινή αχλή του μύθου, μοιάζει μοναχικός, απόκοσμος, μεταθανάτιος, σαν αρχαίος τύμβος, ηφαιστειακός, μάγματος σωμάτων, ψυχών, ιδεωδών μιας πόλης που στων δρόμων της τα ποτάμια, ακόμη πάγωνε η λάβα - απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά…

Σε πρώτο πλάνο μια άμαξα μοιάζει να προσπερνάει βιαστικά, ανήσυχα, αρχαία άρματα, σαν μετακινούμενο σύνορο ανάμεσα στον αρχαίο και το νέο ερειπιώνα, τη μέρα και τη νύχτα. Ρόδας τριγμός, ρυθμικός καλπασμός, στρίγκλισμα ερπυστριών. Η άμαξα φεύγει μα δεν ξεφεύγει. Μπαίνει απροειδοποίητα σε αντίθετη κατεύθυνση. Τρέχει τις ώρες για να προλάβει να συναντηθεί προσωπικά, επαγγελματικά, χωρίς να κοιτάζει το αύριο, ατημέλητη, απροετοίμαστη μπροστά στο αναπάντεχο: Τα άρματα της δικτατορίας…

Η «ΔΙΚΗ» ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΥ

Και οι δύο πρώτες ταινίες του Νίκου Κούνδουρου, είναι ανεπανάληπτα καλλιτεχνικά και πολιτικά ντοκουμέντα, όχι μόνο για τους συνήθεις λόγους για τους οποίους εκθειάζονται σήμερα , αλλά για πολύ περισσότερους.

Ο Δράκος στον πυρήνα της σύλληψης του δεν είναι τίποτα άλλο από την ελληνική παραλλαγή της περίφημης Δίκης του Φραντς Κάφκα. Δεν ήταν τόσο ο σεναριογράφος του Δράκου Ιάκωβος Καμπανέλλης που έλεγε σε μια συνέντευξη του ότι μελέτησε Κάφκα , το 1948/49 και μάλιστα στα γαλλικά, όσο οι εξωτερικές ομοιότητες του μύθου: Στη Δίκη ο βασικός ήρωας (Γιόζεφ Κ) αγνοεί την κατηγορία που του αποδίδει η εξουσία και παρά την αθωότητα του απέναντι σε κάθε πιθανότητα δίωξης, θανατώνεται από ανθρώπους του νόμου με μαχαίρι. Στο Δράκο ο Θωμάς (Ντίνος Ηλιόπουλος) καταδιώκεται γιατί μοιάζει με ένα Δράκο, και παρ’ όλο ότι αποδεικνύεται η αθωότητα του, δολοφονείται από παρανόμους επίσης με μαχαίρι γιατί …δεν ήταν ένοχος και γιατί δεν ήταν ο ηγέτης που νόμισαν ότι ήταν. Ο Νίκος επιμένει όμως στην εκδοχή του. Ήταν μια δική του ιδέα που την έκανε σενάριο ο Ιάκωβος.

Έτσι ή αλλιώς αυτό που τελικά θα επιτύχουν καλλιτεχνικά είναι μέθεξη που υπερβαίνει κάθε μίμηση. θα στήσουν μια παρωδία «καφκικής δίκης», μέσα στην καρδιά του αστυνομικού μετεμφυλιακού κράτους. Πρόκειται για ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο ιστορικό ντοκουμέντο, που δεν περιορίζει την αστυνόμευση στις φυλακές και τις εξορίες , την «αποφυλακίζει», και την οδηγεί στην καθημερινή ζωή.

Αστυνομικές περιπολίες εμφανίζονται συνεχώς στια αθηναϊκές οδούς, στα λεωφορεία, στα σπίτια, στα κέντρα διασκέδασης για χορογραφημένες συλλήψεις. Οι ασφαλίτες με πολιτικά και οι χαφιέδες είναι παντού. Ο καθένας υποπτεύεται για σπιούνο το διπλανό του. Στους δρόμους της Αθήνας το μόνο που αλλάζει είναι οι στολές, ίσα για να υπενθυμίσουν πως η πρωτεύουσα αστυνομοκρατείται και η επαρχία στρατοκρατείται. Ο λογοκριμένος τύπος καιροσκοπεί, υπερβάλει, απειλεί. Η δημοσιογραφία είναι ψυχολογική αστυνομία. Παραφράζοντας τον Χέμινγουεϊ «...Και γι' αυτό ποτέ μη στείλεις να μάθεις για ποιον χτυπά η καμπάνα. Χτυπά για σένα», ο Κούνδουρος επισημαίνει πως για όλους χτυπούσε η καμπάνα…

«Εν ανάγκη …πυροβολήστε τον», ωρύεται καταδιώκοντας το Δράκο στο σκοτάδι, ο ρομαντικός χωροφύλακας, που πριν λίγο με της μοίρας του το καλαμάρι, έβγαζε ρίμες με το φεγγάρι… 
 - Ακούς εκεί πυροβολήστε τον –σχολιάζει μια ιερόδουλη-, καλέ έτσι εύκολο το έχουν αυτοί, βγάλε το μπιστόλι και βάρα, μπας σε καλό μας, ..
- Λέτε να πυροβολήσουν; τη ρωτάει κατατρομαγμένος ο Δράκος 
 - Να πυροβολήσουν; Καλέ αυτό θα ήταν το λιγότερο, μπορεί να ρίξουν και χειροβομβίδες…
- Χχχχειροβομβίδες;
- Έχει αγριέψει ο κόσμος κύριε μου. Οι πόλεμοι χαλάσανε τους ανθρώπους, κακομάθανε και βαράνε με το τίποτα. Βγαίνεις από το σπίτι σου και τρέμει το φυλλοκάρδι σου…

ΠΟΣΟ ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ;

Ο εμφύλιος πόλεμος –μας λέει μια του δρόμου-, δεν θα νομιμοποιούνταν, δεν θα γινόταν καθόλου αποδεκτός στη συνείδηση των απλών ανθρώπων, αν δεν είχε προηγηθεί η ολοκληρωτική απαξίωση της ανθρώπινης ζωής, η συναισθηματική εξαχρείωση κι ο ευτελισμός κάθε ηθικής, που συντελέστηκε στα χρόνια της πρώτης γερμανικής κατοχής. Κι αυτή είναι η ψυχογραφική αλήθεια μιας τρομαχτικής εποχής, που υποβαθμίζεται επιμελώς, αφού δεν συμφέρει κανέναν εμπλεκόμενο. Γιατί ίσως να νομίζουν μερικοί ότι το να βλέπεις ανθρώπους αποσκελετωμένους από την πείνα, να τους μαζεύουν συχνά νεκρούς τα καροτσάκια της δημαρχίας, τις γυναίκες να εκπορνεύονται για ελάχιστους λόγους διατροφής (για ένα μπουκάλι λάδι ή για λίγα δράμια ψωμί), να σου ρίχνουνε στα καλά του καθουμένου στο ψαχνό, πέρασε ξώφαλτσα από το συλλογικό υποσυνείδητο, πέρασε και πάει, χωρίς ιδιαίτερες ψυχολογικές διαταραχές ή άλλες επιπτώσεις στις κοινωνικές συμπεριφορές…
Τους αρρωστήσανε τους Έλληνες στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, κι αν δεν υπήρχε λυτρωτική η διέξοδος του Αγώνα, αλλά και η ελπίδα του σύντομου ξεσκλαβώματος, της νικηφόρας προοπτικής, θα είχαν εντελώς τρελαθεί.

«Για εκεί σας πάνε και τώρα», μας προειδοποιεί μια του δρόμου, ώστε μέσα από την πλήρη εξαθλίωση, να μοιάζει η δεύτερη οικονομική κατοχή φυσικός νόμος και φαινόμενο αήττητο, αναπόφευκτο, που κανένας δεν μπορεί να του αντισταθεί. Οι άνθρωποι αποτρελαμένοι και χωρίς καμιά αγωνιστική ελπίδα σωτηρίας, να εξαγοράζονται για ένα κομμάτι ψωμί. Διαφορετικά δεν θα υπάρχει κοινωνικός έλεγχος και μαζική υποταγή. 
Ποιος για εκεί μας πάει; «Η πουτάνα η Μέρκελ – είχε επισημάνει σε μια συνέντευξη του 2014 ο Νίκος Κούνδουρος- με πάντσερ του φον Πάουλους, τις τράπεζες και τα χρηματιστήρια»…

Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ ΠΟΥ ΞΕΠΕΡΑΣΕ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ο Κούνδουρος ήταν ένα δεκαεπτάχρονο αγόρι, που την τελευταία ημέρα των Δεκεμβριανών του 1944, όταν η Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ διέταξε σύμπτυξη προς βορρά όλων των δυνάμεων που μαχόντουσαν στην πρωτεύουσα , μαζί με το Δαμιανό και το Σέκερη κρατήσανε μπροστά στη πύλη του Πολυτεχνείου, ένα τάγμα βρετανικό με άρματα μάχης. Έδωσαν έτσι την ευκαιρία να υποχωρήσουν καλυμμένοι, και να μην αποδεκατιστούν οι υπόλοιποι συμφοιτητές του λόχου ΕΛΑΣ – ΕΠΟΝ «Λόρδος Μπάιρον».

Σε εκείνη τη μάχη ο Νίκος είχε πολεμήσει με διαμπερές τραύμα στο αριστερό χέρι, στο παλαμικό σημείο που στις βυζαντινές αγιογραφίες, που κι ο ίδιος είχε ζωγραφίσει, καρφώνονται επί αιώνες τα καρφιά του Χριστού. Συνολικά είχε πάνω του τρεις σφαίρες, υπολείμματα (όπως έλεγε), από τις πενήντα σφαίρες πολυβόλου που κατά ριπές είχαν κάνει κόσκινο ένα φίλο και συμφοιτητή του, τον Ισίδωρο. Είχαν επιχειρήσει να δραπετεύσουν (ιδέα του Νίκου ήταν) από τους Βρετανούς στις 4 του Δεκέμβρη, εκμεταλλευόμενοι την περιστροφή ενός προβολέα στημένου σε ικρίωμα, στο ενάμιση λεπτό. Ο Νίκος τα κατάφερε, γιατί ο πολυβολητής τον βρήκε πιο εκτεθειμένο και απασχολήθηκε αποκλειστικά με τον Ισίδωρο. Σε τελευταία ανάλυση μπορεί κι αυτό να ήταν ο Νίκος, ένα αντίδωρο από το σώμα του Ισίδωρου, άχραντο μεταλαμβανόμενο μυστήριο…

ΑΔΥΤΟ ΝΑΟΥ ΚΙ ΑΠ’ ΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ

Αργότερα βρέθηκε στο Μακρονήσι, γιατί όντας φαντάρος γρονθοκόπησε άγρια σε μια επιθεώρηση ένα συνταγματάρχη, που τον είπε βούλγαρο, μπροστά σε δύο εμβρόντητους έφιππους , τον βασιλέα Παύλο και τον στρατάρχη Αλέξανδρο Παπάγο.

Ως αρχιτέκτονας είναι αυτός που σχεδίασε σε ένα πλάτωμα της μακράς νήσου το πέτρινο θέατρο του 2ου τάγματος, που εγκαινιάστηκε στον Απρίλιο του 1949. Ήταν το ένα από το τρία θέατρα της Μακρονήσου που λειτουργούσαν κάτω από την εποπτεία του γραφείου Ηθικής Αγωγής, που διαμόρφωνε το ρεπερτόριο τους και το ευρύτερα συντελούμενο «εθνικοπλαστικό έργο». Η ιδέα όμως της δημιουργίας του συγκεκριμένου θεάτρου καλλιεργήθηκε από την κομματική οργάνωση των κρατουμένων. Σκοπός της δημιουργίας του θεάτρου δεν ήταν μόνο η ψυχαγωγία, αλλά να πάψει κι ο μαρτυρικός κύκλος χιλιάδων φαντάρων να μεταφέρουν άσκοπα πέτρες, κι ο Σίσυφος να ζωντανεύει τη μυθολογία, δικαιωμένος μέσα στην ιστορία. Ήταν ένα θεατρικό άδυτο τέχνης και ανθρωπιάς του «νέου Παρθενώνα», τόσο άδυτο και άβατο όμως από τους ιερείς αλλά κι από το Θεό του Νέου Παρθενώνα, όσα κρατάει μια ανάσα κάτω από το νερό…. 
Εκεί άρχισε να χτίζει θέατρα, να ανεβάζει παραστάσεις, να σκηνοθετεί και να σκηνογραφεί ο γλύπτης, ζωγράφος – αγιογράφος της Καλών Τεχνών, Νίκος Κούνδουρος.

Σε μια αναφορά προερχομένη από το τμήμα Θεατρολογίας του ΑΠΘ διαβάζουμε: «Το ρεπερτόριο των θεάτρων αποτελούνταν κατά μεγάλο μέρος από ανώδυνες ελληνικές κωμωδίες και ποικίλα προγράμματα διανθισμένα µε σκετς, τραγούδια και νούμερα επιθεώρησης. Σε σπάνιες περιπτώσεις παρουσιάστηκαν έργα κλασικού ρεπερτορίου (σοφόκλεια «Αντιγόνη»). 
Ο Κούνδουρος όμως από την πλευρά της πράξης, περιγράφει λίγο πιο ζωηρά τα πράγματα απ’ ότι η γραφειοκρατία της θεωρίας: «Κι έτσι βρέθηκα να φτιάχνω το θέατρο με το Θανάση βοηθό. Στήσαμε τη σκηνή, ανεβάσαμε το πρώτο έργο, και να ο Βέγγος ηθοποιός και να ο Βέγγος πρωταγωνιστής και να ο Βέγγος αγαπημένος ολόκληρου του τάγματος, και να ο Βέγγος η ανακούφισή μας, η λύτρωση μας και το χαμόγελό μας». Ο ίδιος ο μεγάλος κωμικός ηθοποιός Θανάσης Βέγγος, ο κλόουν της Μακρονήσου, που αυτοσχεδίαζε ατελείωτα, παρωδώντας μέχρι διαφημιστικά για γυναικείες κρέμες, λέει πως στη Μακρόνησο πρωτοείδε θέατρο, και μεγάλους δραματικούς ηθοποιούς όπως το Μάνο Κατράκη στη σκηνή. Σε τι ρεπερτόριο ρωτάμε λίγο καθυστερημένα εμείς; Σε ανώδυνες ή επώδυνες ελληνικές κωμωδίες; Σε πιο δραματικές θεατρικά παραστάσεις εμφανιζόταν ο Κατράκης, ο Καρούσος, ο Ματσακάς, ο Γιολδάσης;

Παρόμοιες απόψεις για τα θέατρα της Μακρονήσου συσκοτίζουν, υποβαθμίζουν και αποκρύπτουν τις κύριες δραματουργικές αντιθέσεις των παραστάσεων αυτών με τη ζοφερή πραγματικότητα να τις περιβάλει ως ρόγχος, με το περιβάλλον δηλαδή μέσα στο οποίο γεννήθηκαν κι έγιναν. Όταν το μαρτύριο του Σίσυφου, να μεταφέρει άσκοπα πέτρες, γίνεται σκόπιμα πέτρινο θέατρο και τελειώνει, τότε έχουμε υπέρβαση της δραματουργικής αντίθεσης ,τόσο θριαμβευτικά όσο και νικηφόρα, που δεν θα την βρούμε πουθενά αλλού σε όλο το σύγχρονο ρεπερτόριο. Όταν το γέλιο του κλόουν θεραπεύει και επουλώνει τα τραύματα από ένα ψυχοσωματικό βασανιστήριο, ατομικό ή ομαδικό, ξορκίζει τη μακρονησιώτικη τρέλα και την αυτοκτονία, ξεσκίζει δηλώσεις μετανοίας, τότε η επερχόμενη κάθαρση είναι απείρως λυτρωτικότερη, από όσες προσέφεραν όλες μαζί οι αρχαίες τραγωδίες.

Ποιος Όμηρος σε ποια ραψωδία; Ποιος Αισχύλος; Ποιος Σοφοκλής και σε ποιο επεισόδιο, ποιο χορικό; Ποιος Βιργίλιος; Ποιος Δάντης σε ποια θεία κωμωδία ή τραγωδία; Ποιος Σαίξπηρ έκανε θέατρο μέσα στην τρικυμία με την ίδια την τρικυμία; Μαθαίνοντας από την τρικυμία… Ποιος Γκαίτε κατάφερε να κατεβάσει στη σκηνή για Μεφιστοφελή τον ίδιο το Διάβολο, να κάνει τέχνη την ίδια τη ζωή, θέατρο την ίδια την ανθρώπινη τραγωδία, βάζοντας απλώς τη μια πέτρα, πάνω στην άλλη, για να περνούνε κάποιες έστω ώρες με λίγη συμμετρία;

Ας το λέει όπως θέλει η αντίδραση. Στην Μακρόνησο πράγματι χτίστηκε ο νέος Παρθενώνας….

Ο ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ΚΑΙ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Αυτά για τις θεατρικές παραστάσεις που ανέβασε, στις οποίες ούτε συμπεριελήφθη, ούτε συμπεριέλαβε . Πως αντιμετώπισε όμως αριστερά τις ταινίες του όταν παίχτηκαν; Η Αυγή του 1956 κρυμμένη πίσω από την επωνυμία, όπως ο συντάκτης της πίσω από την ανωνυμία, ζητούσε επειγόντως για το «Δράκο» ένα εισαγγελέα να σταματήσει αυτή την αθλιότητα.

Τι έκανε όμως το μηχανισμό των τοποτηρητών της Γιάλτας, που κρυμμένοι πίσω από τον μύθο της ακατανίκητης βρετανικής αυτοκρατορίας, πούλησαν κυριολεκτικά και μεταφορικά το νικηφόρο για τα όπλα του ΕΛΑΣ Δεκέμβρη του 1944 στους Εγγλέζους, να φρυάξουν με την ταινία του και να επιδιώξουν τον καλλιτεχνικό και ηθικό θάνατο, του ηρωικού μαχητή της πύλης του Πολυτεχνείου; Γιατί τον χτυπούσαν πισώπλατα και ξετσίπωτα εν ώρα μάχης, κάνοντας ότι δεν έκαναν οι Άγγλοι; Ήταν μόνο πουριτανισμός; …αρτηριοσκλήρωση;

Ορισμένες ατάκες του Δράκου είναι πολύ αποκαλυπτικές για τους λόγους που ώθησαν την Αυγή του 1956, να επιτεθεί λάβρα ενάντια σ’ αυτό το ταλέντο για το οποίο δεν υπάρχουν εποχές και σύνορα: 
- Χρόνια πολλά κύριε Θωμά (σ. σ. ο Δράκος), και να δώσει ο Θεός να ησυχάσει αυτός ο κόσμος. Να βάλουμε μυαλό και εκείνοι οι μεγάλοι και να αφήσουνε τον κοσμάκη να βγάζει ήσυχα το ψωμάκι του. Υδρογόνο ο Αμερικάνος, οξυγόνο (χλευαστικά) ο Ρώσος. ουράνιο ο Αμερικάνος κοτρόνι ο Ρώσος. Για να εξασφαλίσουνε λέει την ειρήνη. Κι όσο για τον καημένο το Ρωμιό…

Ένας μισομεθυσμένος υπέροχα Γιάννης Αργύρης, ο ιδιοκτήτης του καταγωγίου που διαδραματίζεται κυρίως η ταινία, απευθυνόμενος επίσης στο Δράκο του λέει:

- Τα βλέπεις τα παιδιά. Καμάρωσε τα. Πως τα τρώει το χώμα τέτοια πλατάνια. Δεν είναι κρίμα ρε να σκοτωνόμαστε εμείς οι Έλληνες αναμεταξύ μας …. Εβίβα… Αχ και να μη χάναμε κανένα...

Στην μακρά λίστα λοιπόν με τα θύματα του Δράκου και η Αυγή του 1956. Ζητούσε την απαγόρευση της ταινίας ως λογοκρισία και τμήμα του αστυνομικού κράτους, γιατί ο Κούνδουρος έχοντας την έννοια του λαού (του ρωμιού), έβαζε τόσο πρώιμα στην ίδια μοίρα τη σοβιετική με την αμερικανική κηδεμονία στην Ευρώπη και τον κόσμο. Εξέφραζε επίσης τη γενικευμένη διάθεση υπέρβασης του εμφυλίου, σε μια εποχή που οι αντίπαλοι είχαν λίγο – πολύ βολευτεί, με την περιχαράκωση του λαού, σε ξεχωριστό μαντρί. Είναι ουσιαστικά το πνεύμα του κόσμου που εξέφρασε τόσο μοναδικά ο μαραθωνοδρόμος της Ειρήνης Γρηγόρης Λαμπράκης, για να δολοφονηθεί μερικά χρόνια αργότερα (1963), στη Θεσσαλονίκη από το παρακράτος, κάτω από συνθήκες που ακόμη και σήμερα δεν έχουν πλήρως διαλευκανθεί…