Όταν η προπαγάνδα ψυχαγωγεί ή κάνει τέχνη

[ Κατέ Καζάντη / Ελλάδα / 22.02.19 ]

Βράδυ Πέμπτης, σε τηλεοπτικό σίριαλ της λεγόμενης «πράιμ τάιμ» (ANT1), σε κομεντί δήθεν βγαλμένη απ’ τη ζωή, αριστερίζουσα φοιτήτρια Ιατρικής που συμμετέχει σε διαδήλωση και τραυματίζεται ελαφρώς, διακομίζεται σε δημόσιο νοσοκομείο. Νεαρός καθηγητής της, που την γλυκοκοιτάζει, με τη συγκατάθεσή της, τη διακομίζει αμέσως σε ιδιωτική κλινική. Για το καλύτερο «καλό» της. Ο θαυμασμός του αδελφού και του, επίσης αριστερού, πατέρα της για τις εγκαταστάσεις και το κυριλέ του θεραπευτηρίου συμπληρώνουν την εικόνα.

Δεύτερη εκπομπή, σε έτερο τηλεοπτικό σταθμό (ALPHA), κατασυκοφαντεί σταθερά, ως φοροδιαφεύγουσα, τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα. Το στερεότυπο του Έλληνα που λαδώνει, λαδώνεται και ευθύνεται για τα «χάλια» του αναπαράγεται από τους πρωταγωνιστές. Κι εδώ επίσης περισσεύουν οι χοντροκοπιές για ό,τι αφορά την κινηματική δράση (π.χ. φεμινιστικό κίνημα).

Πρωί Παρασκευής, σε πολιτική τηλεοπτική εκπομπή λόγου, σε τρίτο κανάλι (Open), προσκεκλημένοι, λίγο πριν το κλείσιμο, διασκεδαστές – καλλιτέχνες δηλώνουν, σατιρικώ τω τρόπω, πως έχουν στην καρδιά τους σε ξεχωριστή θέση τον Αλέξη, επειδή του αξίζει: «Σε λένε Αλέξη και είσαι απάτη, δε πα να είσαι ψέμα, κάποιοι σε λεν αγάπη», το άσμα που του αφιερώνουν. Αλλά περνούν συνοπτικά, με χωρατά διάφορα, χωρίς όμως να απαντούν, τι ακριβώς αφιερώνουν στον Κ. Μητσοτάκη. Το άνωθεν στιχάκι, μετά μουσικής, κλείνει, σημειωτέον, την εκπομπή την ώρα που πέφτουν οι τίτλοι.

Σε λιγότερο από 24 ώρες, σε διαφορετικούς τηλεοπτικούς σταθμούς, τα παραδείγματα καταδεικνύουν πως η επιβολή του νεοφιλελευθερισμού, όπως και ο εθισμός στην α-πολιτική συνθήκη που τον προκαλεί και τον ενισχύει, περνά μέσα από το τηλεοπτικό διασκεδαστήριο. Το λεγόμενο infotainment αποτελεί προπαγανδιστικό μέσο ισχυρότερο από τα φληναφήματα πασίγνωστων για τις απόψεις τους και, ως εκ τούτου πλέον ανυπόληπτων, τηλεπερσόνων σχολιαστών.

Στη μαζική κοινωνία, εκείνη όπου ο κόσμος της εργατικής τάξης, της χειρωνακτικής ή και της διανοητικής εργασίας, διαθέτουν ελεύθερο χρόνο τόσο ώστε ο καναπές να αποτελεί προσφιλέστερη επιλογή από τη ριζασπαστική κοινωνικοποίηση, η, κάθε είδους, καλλιέργεια του ιδιώτη περνά, προφανώς, μέσα από τις οθόνες. Εκλαμβάνεται, λοιπόν, ως δεδομένο ότι οι επιχειρηματίες της τηλεόρασης δεν επενδύουν τα λεφτά τους μοναχά στις ενημερωτικές, λεγόμενες, εκπομπές, αλλά περισσότερο, ίσως, σ’ εκείνες της ψυχαγωγίας. Και προσβλέπουν, εννοείται, στο οικονομικοπολιτικό διάφορο που θα αποκομίσουν. Ενισχύοντας την ατομικότητα του ιδιώτη, με πλύσεις εγκεφάλων και δια-φθορές συνειδήσεων, ενισχύουν ταυτόχρονα την αίγλη της δικής τους, περιώνυμης ιδιωτικής πρωτοβουλίας, μιας και διαθέτουν κάμποσες «δουλειές», πέρα, φυσικά, από εκείνες των ΜΜΕ.

Εκόντες άκοντες, οι καταναλωτές της αγοραίας τηλεοπτικής κουλτούρας σύρονται από τον ηγεμονικό νεοφιλελεύθερο Λόγο: η λογοκρισία απαιτεί οι λέξεις να είναι πάντα οι αρμόζουσες. Εργάτες, αφεντικά, καπιταλισμός, αριστερά ούτε που ακούγονται, παρεκτός για να λοιδορηθούν. Και είναι αλήστου μνήμης η στιγμή όταν καναλάρχης εισέβαλε στο στούντιο, στην πρωινή ζώνη, επειδή δεν του άρεσε η άποψη του εργάτη-δημοσιογράφου.

Η τέχνη, η ψυχαγωγία, του σοβαρού και του ελαφρού, έχουν πολιτικό πρόσημο, ενίοτε δε σκοταδιστικό. Προς τούτο και σπανίζουν, παγκοσμίως, τα θεάματα που αναφέρονται στους αγώνες της πρωτοπορίας. Ακόμα και η αλλοτριωτική διεργασία του ανθρώπου, στην υψηλή τέχνη, αναφέρεται ως ψυχόδραμα α-ιστορικό, αποκομμένο παντελώς από την κοινωνία και τις αντιθέσεις της.

Σ’ αυτή τη γιγαντιαία βιομηχανία κατασκευής ψευδογεγονότων και θεαμάτων κρύβεται η κατεξοχήν λειτουργία και επιδίωξη των Μέσων: η κυριαρχία του καπιταλιστικού μυθεύματος, ως μόνο ορθό, σε κάθε του μορφή, φωναχτά και υπαινιχτικά, αμέσως και εμμέσως, ώστε να διαφυλάττονται τα συμφέροντα από πάνω. Μοναχά.